Η διατροφή συζύγου είναι βασική υποχρέωση του άλλου συζύγου κατά την διάρκεια του γάμου και πηγάζει από την υποχρέωση αμοιβαίας συνεισφοράς των συζύγων στις οικογενειακές ανάγκες.
Το θέμα της διατροφής συζύγου γίνεται ιδιαίτερα προβληματικό όταν πολλές φορές η συμβίωση των συζύγων διακόπτεται και το διαζύγιο εκδίδεται μετά από πολλά χρόνια λόγω αντιδικιών και των καθυστερήσεων των δικαστηρίων. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα με ποιες προϋποθέσεις υπάρχει υποχρέωση διατροφής συζύγου για το διάστημα που το ζευγάρι μένει ξεχωριστά αλλά δεν έχει εκδοθεί διαζύγιο.
Στην περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης και για όσο χρόνο εξακολουθεί έστω και τυπικά ο γάμος, εκείνος από τους συζύγους που για εύλογη στο πρόσωπό του αιτία διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής. Η διατροφή συζύγου σε αυτή την περίπτωση οφείλεται ανεξαρτήτως του εάν ο ένας σύζυγος είναι εύπορος και ο άλλος άπορος.
Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής συζύγου σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου που προβλέπεται από το άρθρο 1389 ΑΚ και οφείλεται και υπολογίζεται με διαφορετικό τρόπο από την διατροφή που οφείλεται κατά τα άρθρα 1442 επ. ΑΚ μετά το διαζύγιο. Η βασική διαφορά είναι ότι διατροφή συζύγου, μετά το διαζύγιο οφείλεται μόνο όταν ο δικαιούχος είναι άπορος.
Το ύψος της διατροφής συζύγου σε αυτή την περίπτωση καθορίζεται με βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες οικογενειακής ζωής, σε συνδυασμό με εκείνες που ανέκυψαν από τη χωριστή διαβίωση λαμβανομένων υπόψη των εκατέρωθεν οικονομικών δυνάμεων των συζύγων μεταξύ των οποίων και η περιουσία. Με αυτόν τον υπολογισμό το ύψος της διατροφής μπορεί να ανέβει αρκετά.
Όσον αφορά το τι θεωρείται εύλογη αιτία για τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, η νομική θεωρία δέχεται ότι είναι οποιοδήποτε γεγονός μπορεί να δικαιολογήσει τη διάσπαση της συμβίωσης. Ο τρόπος με τον οποίο επέρχεται η διάσπαση (εγκατάλειψη ή αποπομπή) δεν ενδιαφέρει. Η εύλογη αιτία μπορεί να οφείλεται σε υπαιτιότητα του ενός από τους συζύγους ή και σε κοινή υπαιτιότητα.
ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΣΥΖΥΓΟΥ ΣΕ ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΜΟΙΧΕΙΑΣ
Τίθεται το ερώτημα αν οφείλεται διατροφή συζύγου, στην σύζυγο ( ή στον σύζυγο ) που διέπραξε μοιχεία.
Η απάντηση είναι ναι αλλά σε αυτή την περίπτωση οφείλεται μόνο η στοιχειώδης διατροφή συζύγου.
Σύμφωνα με τα άρθρα 1392, 1494, 1495 και 1498 έως 1500 ΑΚ αν υπάρχει βάσιμος λόγος διαζυγίου που ανάγεται σε υπαιτιότητα του δικαιούχου συζύγου, τότε αυτός δικαιούται μόνο τη στοιχειώδη διατροφή συζύγου, που περιλαμβάνει τα απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση του.
Η μοιχεία προφανώς είναι βάσιμος λόγος διαζυγίου και ως εκ τούτου ο μοιχός δικαιούται μόνο στοιχειώδη διατροφή συζύγου μέχρι να εκδοθεί το διαζύγιο.
Όπως έχει δεχτεί ο Άρειος Πάγος, <<Από τις διατάξεις των άρθρων 1389 – 1392 εδ. 2, 1495 ΑΚ προκύπτει ότι σε περίπτωση διακοπής της έγγαμης συμβίωσης, οπότε εξακολουθεί μεν ο μεταξύ των συζύγων γάμος, αλλά δεν μπορεί να γίνει λόγος περί συνεισφοράς αυτών προς αντιμετώπιση των αναγκών της οικογένειας, μεταξύ των οποίων και η αμοιβαία υποχρέωση των συζύγων για διατροφή, αφού με τη διακοπή της συμβίωσης έπαυσε να υπάρχει και να λειτουργεί κοινός οίκος και να δημιουργούνται οικογενειακές ανάγκες, εκείνος από τους συζύγους που για εύλογη αιτία στο πρόσωπό του διακόπηκε η έγγαμη συμβίωση, δικαιούται από τον άλλο, ανεξαρτήτως του εάν ο ένας είναι εύπορος και ο άλλος άπορος, διατροφή σε χρήμα, που προκαταβάλλεται μηνιαίως και υποκαθιστά τη συνεισφορά του υπόχρεου υπό συνθήκες οικογενειακής ζωής. Η υποχρέωση για καταβολή κατά μήνα διατροφής σε χρήμα, μετά τη διακοπή της έγγαμης συμβίωσης, είναι συνέπεια της κατά το άρθρο 1389 ΑΚ υποχρέωσης συνεισφοράς των συζύγων στην αμοιβαία διατροφή αυτών κατά τη διάρκεια του γάμου και δεν εξομοιώνεται με την κατά τα άρθρα 1485 επ. ΑΚ διατροφή, ούτε με την κατά τα άρθρα 1442 επ. ΑΚ οφειλόμενη μετά το διαζύγιο.
Όμως, στην περίπτωση, που υφίσταται παράπτωμα του δικαιούχου της διατροφής, που συνιστά λόγο διαζυγίου, αναγόμενο σε υπαιτιότητα αυτού, περιορίζεται η έκταση της οφειλόμενης σ` αυτόν από τον άλλο διατροφής στα απολύτως αναγκαία για τη συντήρησή του (ελαττωμένη διατροφή) μετά από ένσταση του εναγόμενου, για την πληρότητα της οποίας δεν αρκεί η παράθεση των παραπτωμάτων του ενάγοντος συζύγου, αλλά απαιτείται και αντίστοιχο αίτημα, όπως και προσδιορισμός από τον ενιστάμενο του ποσού της κατ` αυτόν οφειλόμενης ελαττωμένης διατροφής (ΑΠ 616/2020, ΑΠ 873/2017, ΑΠ 1028/2013).
Η νομική θεωρία δέχεται ότι η στοιχειώδης διατροφή συζύγου καλύπτει στοιχειωδώς (δηλαδή σε περιορισμένο βαθμό) ορισμένες μόνον ανάγκες, δηλαδή τα απολύτως αναγκαία για τη ζωή, όπως τροφή, ένδυση, στέγη, φωτισμό, θέρμανση και νοσήλια, χωρίς μάλιστα να λαμβάνεται υπόψη η κοινωνική θέση του δικαιούχου.
Δηλαδή, << η στοιχειώδης διατροφή συζύγου δεν περιλαμβάνει κατά κανόνα κονδύλια που δεν είναι απολύτως απαραίτητα για τη συντήρηση του δικαιούχου>> .
ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΣΥΖΥΓΟΥ ΜΕΤΑ ΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ
Διατροφή συζύγου οφείλεται μερικές φορές και μετά το διαζύγιο και όχι μόνο όσο διαρκεί ο γάμος. Η διαφορά στις δύο περιπτώσεις ( διατροφή συζύγου όσο διαρκεί ο γάμος και διατροφή συζύγου μετά το διαζύγιο ) είναι ότι μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και μέχρι τη λύση του γάμου, η σύζυγος δικαιούται διατροφή συζύγου χωρίς να είναι ανάγκη να έχει αδυναμία διατροφής για την ίδια.
Όμως μετά την έκδοση του διαζυγίου για να υπάρχει υποχρέωση διατροφής συζύγου θα πρέπει αυτή η διατροφή συζύγου να δικαιολογείται από λόγους κοινωνικούς ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μένει αβοήθητος, όταν δε μπορεί με τα εισοδήματα, την περιουσία του ή το δυνάμενο να ασκηθεί από αυτόν επάγγελμα, να καλύψει τις ανάγκες διατροφής του, όπως αυτές προκύπτουν από τις μετά το διαζύγιο συνθήκες της ζωής του.
Συνεπώς, βασικές γενικές προϋποθέσεις για τη γέννηση του δικαιώματος διατροφής διαζευγμένου συζύγου είναι αφενός η ευπορία του υπόχρεου και αφετέρου η απορία του δικαιούχου διατροφής. Ως απορία του δικαιούχου διατροφής νοείται η αδυναμία του να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή την περιουσία του, ευπορία δε του υποχρέου δεν σημαίνει κάποιο ιδιαίτερο πλούτο αυτού, αλλά τη δυνατότητά του να παράσχει στο δικαιούχο πρώην σύζυγο διατροφή, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή (ΑΠ 1921/2009 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος). Εφόσον λοιπόν συντρέχουν οι ανωτέρω γενικές προϋποθέσεις της απορίας του δικαιούχου και της ευπορίας του υπόχρεου, τότε γεννάται η αξίωση διατροφής συζύγου, εφόσον συντρέχουν και λοιπές προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος και αναλύονται παρακάτω.
Εάν ο άπορος δικαιούχος της διατροφής συζύγου είναι σε ηλικία τέτοια ή σε κατάσταση υγείας τέτοια που δεν του επιτρέπεται να αρχίσει ή να διατηρήσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος τότε έχει δικαίωμα να ζητήσει διατροφή από τον άλλον εύπορο σύζυγο. Δεν υπάρχει μία γενική και συγκεκριμένη απάντηση στο ποια είναι αυτή η ηλικία που κάποιος δεν δύναται να αρχίσει ή να διατηρήσει την άσκηση ενός επαγγέλματος ή στο πόσο κακή πρέπει να είναι η κατάσταση της υγείας του δικαιούχου για να θεωρηθεί αυτός ανήμπορος αλλά τα όρια ερευνώνται και εξειδικεύονται κατά περίπτωση δεδομένων των ιδιαίτερων συνθηκών και χαρακτηριστικών της κάθε περίπτωσης. Διευκρινίζεται ωστόσο πως όταν ο νόμος αναφέρεται στην κατάσταση της υγείας του δικαιούχου εννοεί και την σωματική και την ψυχική του υγεία.
Επίσης, εάν ένας από τους δύο συζύγους έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου την επιμέλεια των τέκνων και αυτό τον εμποδίζει από το να βρει εργασία, τότε δικαιούται να ζητήσει διατροφή συζύγου από τον άλλον σύζυγο και μετά τη λύση του γάμου. Κρίσιμα στοιχεία για το αν πράγματι ο δικαιούχος αδυνατεί να βρει εργασία λόγω της συνεχούς απασχόλησης με τα τέκνα είναι ενδεικτικά ο αριθμός των τέκνων, η ηλικία, η ύπαρξη δυνατότητας βοήθειας από κάποιο τρίτο πρόσωπο κ.ο.κ.
Εν συνεχεία, αν ο άπορος σύζυγος δεν πληροί καμία από τις ως άνω προϋποθέσεις και παρ’ όλα αυτά αδυνατεί να εξεύρει εργασία για αντικειμενικούς λόγους (π.χ. κατάσταση στην αγορά εργασίας ή επειδή ο ίδιος δεν έχει καμία επαγγελματική εκπαίδευση) τότε έχει δικαίωμα να ζητήσει διατροφή συζύγου από τον εύπορο σύζυγο και μετά τη λύση του γάμου, όμως σε αυτήν την περίπτωση η παροχή διατροφής στον σύζυγο είναι χρονικά περιορισμένη και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία έτη μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου.
Τέλος, σε περίπτωση που η αξίωση διατροφής του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε κανέναν από τους παραπάνω λόγους αλλά παρ’ όλα αυτά κάποιος δεν δύναται να εργαστεί και, εφόσον αυτό επιβάλλεται από λόγους επιείκειας, τότε αυτός δύναται να απαιτήσει την καταβολή διατροφής συζύγου για τον ίδιο. Αυτή η τελευταία περίπτωση του άρθρου 1442 ΑΚ αφορά <<ακραίες περιπτώσεις>> και για αυτόν το λόγο θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Διευκρινίζεται επίσης πως η ύπαρξη των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν την επιδίκαση διατροφή, σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να υφίστανται κατά το χρόνο έκδοσης του διαζυγίου(υποστηρίζεται ωστόσο και η αντίθετη άποψη).
Μπορείτε να επικοινωνήσετε με το γραφείο μας στο τηλέφωνο 210 7231630 για να κλείσετε ραντεβού για κάθε θέμα οικογενειακού δικαίου που σας απασχολεί, είτε στο γραφείο μας στο Κολωνάκι είτε στο γραφείο μας στη Γλυφάδα.
