ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ

 Σε μία ενδιαφέρουσα απόφαση σχετικά με τα δικαιώματα των συζύγων στην περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, το Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα εξής:

Η ………….. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατά του ………….. την αριθμ. έκθ. κατάθεσης 3632/269/1-12-2009 αγωγή. Με την αγωγή αυτή ισχυριζόταν ότι με τον εναγόμενο τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 16-5-1993· ότι από τις αρχές Απριλίου 2005 διακόπηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωσή τους και έκτοτε βρίσκονται σε συνεχή διάσταση η δε τριετής διάσταση συμπληρώθηκε στις αρχές Απριλίου 2008· ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο εναγόμενος ήταν κύριος της αναφερόμενης στην αγωγή ακίνητης περιουσίας αξίας αναγόμενης σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής σε 59.578 ευρώ· ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε κατά 346.550 ευρώ, καθόσον αυτός απέκτησε κατά κυριότητα τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία, όπως η αξία καθενός κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αναλυτικά προσδιορίζεται στο δικόγραφο·

 

Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης αντιμολία των διαδίκων εκδόθηκε η αριθμ. 87/31- 5-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή, αναγνωρίσθηκε ότι η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται σε ποσοστό 1/3 και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα 97.356,33 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της αποφάσεως αυτής και οι δύο διάδικοι άσκησαν εφέσεις. Ειδικότερα, ο εναγόμενος άσκησε την αριθμ. έκθ. κατάθεσης 107/2011 έφεση με την οποία για τους εκτιθέμενους παρακάτω λόγους ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή, και η ενάγουσα άσκησε την αριθμ. έκθ. κατάθεσης 108/2011 έφεση με την οποία παραπονούμενη για τους στη συνέχεια εκτιθέμενους λόγους ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της κατά την κύρια βάση της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ: “Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή”. Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της, εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, απο τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να αρχίζει με την αγωγή από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν όπως χρεών και παθητικού αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν [βλ. τις υποστηριζόμενες στη νομολογία και θεωρία απόψεις ως προς το θέμα του χρόνου υπολογισμού της τελικής περιουσίας Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Οικογενειακό Δίκαιο τεύχ. Ιβ, γ έκδ. σελ.. 250 επ.]. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής (ΑΠ 287/2011 δημοσ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 209/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1912/2009 ΕλλΔνη 2011.82).

Στην ένδικη περίπτωση, από το περιεχόμενο της αγωγής που εκτέθηκε με λεπτομέρεια κατά τα κρίσιμα για την αξιολόγησή της στοιχεία στην αρχή, προκύπτει ότι σ` αυτή αναφέρονται όλα τα απαραίτητα για τη θεμελίωση του δικαιώματος της ενάγουσας περιστατικά. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αγωγή ο χρόνος τέλεσης του γάμου των διαδίκων, ο χρόνος έναρξης και συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, η περιουσιακή κατάσταση του εναγομένου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από αυτόν κατά τη διάρκεια του γάμου μέχρι τη συμπλήρωση της τριετίας, η αξία καθενός κατά την άσκηση της αγωγής [και ως εκ περισσού και η αξία κατά το χρόνο απόκτησης που αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο για τη διαμόρφωση της τελικής αξίας], και το είδος και η έκταση της συμβολής της ενάγουσας αναλυτικά στην απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων. Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται να εκτίθεται στην αγωγή η ύπαρξη ή μη παθητικού τόσο στην αρχική όσο και στην τελική περιουσία του εναγομένου. Το στοιχείο αυτό καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που επηρεάζει και διαφοροποιεί την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, σύμφωνα μ` όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη παραπάνω, αποτελεί τη βάση ένστασης που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο και δεν απαιτείται να αναγράφεται στην αγωγή. Κατ` ακολουθία, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό μ` αυτή του άρθρου 1400 Α.Κ., όπως εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ορισμένη την αγωγή, ορθά τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης του εναγομένου με τον οποίο αυτός υποστηρίζει ότι η αγωγή είναι απορριπτέα γιατί δεν διαλαμβάνεται σ` αυτή η ύπαρξη ή μη παθητικού τόσο στην αρχική όσο και στην τελική περιουσία του.

Περαιτέρω, στην ένδικη αγωγή εκτίθενται και περιλαμβάνονται ως αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου και τα υπό στοιχ. θ`, ια` και ιβ` περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, πάντοτε κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, αποκτήθηκαν από τον εναγόμενο στις 25-8-2008, στις 26-11- 2008 και 9-4-2009, αντιστοίχως, ήτοι αποκτήθηκαν μετά τη συμπλήρωση της τριετίας που σύμφωνα με την αγωγή επήλθε στις αρχές του Απριλίου του 2008. Σύμφωνα όμως μ` όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας παραγράφου, κρίσιμο σημείο για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας του εναγομένου υπό την έννοια του καθορισμού κατά το χρόνο αυτό των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, είναι ο χρόνος συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, χωρίς να υπολογίζονται στην περιουσία του εναγομένου περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά. Κατ` ακολουθία, τα προαναφερόμενα περιουσιακά αντικείμενα με στοιχ. θ`, ια` και ιβ` δεν είναι κατά νόμο υπολογιστέα στην τελική περιουσία του εναγομένου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος που ζητείτο ο υπολογισμός αυτών στην τελική περιουσία του εναγομένου, ορθά τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης της ενάγουσας με τον οποίο αυτή υποστηρίζει τα αντίθετα.

Η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων (ΑΠ 1387/99, 87/1998). Εξάλλου, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 178, 871, 1400 και 1441 ΑΚ, η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει το χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση απαγορεύεται και είναι άκυρη. Κατ` εξαίρεση είναι ισχυρή η αντίθετη προς τον κανόνα του άρθρου 1400 ΑΚ συμφωνία πριν από τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, όταν αυτή περιεχόμενο έχει ένα γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων ενόψει συναινετικού διαζυγίου (αρθρ. 1441 ΑΚ) , οπότε τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της εκ του λόγου τούτου διαζυγίου λύσης του γάμου. Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για το δικαστή λόγο διαζυγίου, πολύ περισσότερο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτό της ενοχικής αξιώσεως για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δηλώσεως βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ (ΑΠ 668/2001). Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσεως του γάμου με συναινετικό διαζύγιο δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση (Α.Π. 336/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1872/2009 Χρ.ΙΔ. 2010.622, Α.Π. 19/2004 ΕλλΔνη 2006.1355).

Στην ένδικη υπόθεση, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, και της αριθμ. …/22-12-2010 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σερρών που δόθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εναγομένου [βλ. αριθμ. 10120 Γ`/16-12-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Δημητρίου Κουτρουμανίδη], αποδεικνύονται τα εξής: Η ενάγουσα …………….. που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1970, και ο ……………που γεννήθηκε στις Σέρρες το έτος 1966, τέλεσαν στις Σέρρες, στις 16-5-1993 νόμιμο γάμο κατά το τυπικό της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οι διάδικοι μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν σε μισθωμένο διαμέρισμα στην πόλη των Σερρών και περί το τέλος του έτους 2002, εγκαταστάθηκαν σε μονώροφη οικία επικαρπίας του εναγομένου που αποτέλεσε έκτοτε τη συζυγική οικία. Από το γάμο τους αυτό οι διάδικοι απέκτησαν δύο τέκνα, την …………….. και τον …………….. που γεννήθηκαν στις 8-7-1994 και 26-6-1996, αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων οι οποίοι δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, δεν εξελέχθηκε ομαλά και αρχές Απριλίου του έτους 2005, επήλθε η οριστική διάσπασή της. Εκτοτε, οι διάδικοι τελούν σε διάσταση η δε τριετία αυτής συμπληρώθηκε αρχές Απριλίου 2008. Με την αριθμ. 126/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών ανατέθηκε η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στην ενάγουσα μητέρα με την οποία διέμεναν μέχρι τότε και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να της καταβάλλει μηνιαίως για λογαριασμό αυτών 300 ευρώ για διατροφή της …………….. και 250 ευρώ για διατροφή του …………….., αναπροσαρμοζόμενα τα ποσά αυτά κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση. Ο εναγόμενος κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, ήταν κύριος μιας αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας μελλοντικού κτίσματος που προβλεπόταν να έχει εμβαδόν 294 τ. μ. και όγκο 1000 κ. μ., και του υπ` αυτού αγρού – κληροτεμαχίου με αριθμό ….. εμβαδού 3.972,5 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση «ΔΡΟΜΟΣ ΝΙΓΡΙΤΑΣ» του αγροκτήματος Σερρών, με ποσοστό συγκυριότητας επ` αυτού 50%. Η αξία του περιουσιακού αυτού στοιχείου κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής ανέρχονταν σε 59.587,50 ευρώ. Ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου τους και έως το κρίσιμο χρονικό σημείο της συμπλήρωσης τριών ετών από την έναρξη της διάστασης, ήτοι έως τις αρχές του έτους 2008, απέκτησε τα παρακάτω αναφερόμενα ακίνητα και κινητά τα οποία είχαν την ακόλουθη σημειούμενη για καθένα αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής [11-12-2009].

……..

Η απόκτηση της περιουσίας αυτής εκ μέρους του εναγομένου έγινε με το εισόδημα της ατομικής του επιχείρησης και με τη συνεισφορά της ενάγουσας, όπως αναλυτικά εκτίθεται στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος εργαζόταν όπως και πριν από το γάμο τους ως έμπορος οπωροκηπευτικών τα οποία μεταπωλούσε χονδρικώς και σε λαϊκές αγορές. Παράλληλα, αυτός καλλιεργούσε χωράφια για οπωροφόρα δένδρα, την παραγωγή των οποίων συνέλεγε και πωλούσε είτε χονδρικώς είτε σε διάφορες λαϊκές αγορές. Στις εργασίες του αυτές βοηθείτο κατά κύριο λόγο από τον γεννηθέντα το έτος 1933 πατέρα του ο οποίος ασκούσε παλαιότερα το ίδιο επάγγελμα, κοντά στον οποίο μαθήτευσε ο εναγόμενος από μικρή ηλικία. Ο ίδιος γνώριζε καλά το αντικείμενο των εργασιών του, δούλευε σκληρά πολλές ώρες καθημερινά και κατάφερε να εξελιχθεί επαγγελματικά και η επιχείρηση να του απόφερει κέρδη. Τα μηνιαία εισοδήματα του εναγομένου από τις δραστηριότητές του αυτές ανέρχονταν το έτος 1993 σε 150.000 δραχμές αυξανόμενα ετησίως κατά ποσοστό 8% τουλάχιστον. Κατά το έτος 1997 τα μηνιαία εισοδήματά του από την επαγγελματική του δραστηριότητα ανήλθαν σε 250.000 δραχμές και έκτοτε αυξάνονταν κατά ποσοστό 10% ετησίως, ενώ κατά το χρόνο διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και εφεξής τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονταν σε 2.500 ευρώ, περίπου. Αυτός επίσης, κάλυπτε το σύνολο σχεδόν των οικογενειακών δαπανών.

Η ενάγουσα που το έτος 1992 είχε τελειώσει τη σχολή κομμωτικής «……………..», μετά το γάμο τους και κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 1993 έως και τον Ιούλιο του ιδίου έτους, εργαζόταν ως κομμώτρια στο κομμωτήριο της …………….. και λάμβανε 60.000 δρχ. μηνιαίως. Από τον Αύγουστο του ιδίου έτους και εφεξής έως το έτος 1997 δεν εργαζόταν, αλλά εμφαίνονταν εικονικά ως εργαζόμενη στην επιχείρηση «………………» συμφερόντων του εναγομένου συζύγου της, προκειμένου να θεμελιώσει δικαίωμα ασφάλισης και σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό του ΙΚΑ. Από το έτος 1997 και μετά η ενάγουσα άρχισε να βοηθά τον εναγόμενο σύζυγο της. Ειδικότερα, αυτή μετέβαινε μαζί του στις λαϊκές αγορές δύο φορές την εβδομάδα και βοηθούσε στην πώληση των προϊόντων του, χωρίς αμοιβή. Κατά τη διάρκεια της απουσίας της για την εργασία αυτή, οι διάδικοι τη φροντίδα των παιδιών τους την ανέθεταν επ` αμοιβή σε τρίτο πρόσωπο. Επίσης, η ενάγουσα από το έτος 1997 και μετά έως το τέλος του έτους 2003, εργαζόταν περιστασιακά ως κομμώτρια έχοντας διαμορφώσει υποτυπωδώς ένα χώρο της οικογενειακής στέγης όπου περιποιόταν τις πελάτισσές της, αλλά προσέφερε τις υπηρεσίες της κομμώτριας και εκτός αυτού στα σπίτια πελατών της. Η ίδια για ένα μικρό διάστημα εργάστηκε ως πλασιέ καλλυντικών. Τα εισοδήματα από τις περιστασιακές και όχι οργανωμένες δραστηριότητες δεν αποδεικνύονται. Η μάρτυρας αδελφή της που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, παρά τη διαφαινόμενη προσπάθειά της να την εξυπηρετήσει δεν μπόρεσε να προσδιορίσει έστω και κατά προσέγγιση τον αριθμό των πελατών, την αμοιβή και τα λοιπά στοιχεία, ώστε να εξαχθεί το εισόδημα αυτής, παρά μόνον γενικά και αόριστα αναφέρει για τα εισοδήματα ότι ήταν «γύρω στα 90.000 – 100.000 δραχμές». Ούτε μπορεί το δικαστήριο να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για το ύψος των εισοδημάτων της ενάγουσας από την αναφερόμενη παραπάνω με αριθμό …/2010 ένορκη βεβαίωση που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα. Οι αναφερόμενοι σ` αυτή δύο μάρτυρες που καταθέτουν συγχρόνως [χοροδιακώς εν είδει «ντουέτου»] σε μία [κοινή] ένορκη βεβαίωση, δηλαδή κατά τρόπο που προξενεί εύλογα ερωτηματικά, ως προς το περιεχόμενο δε της κατάθεσης τους δεν προσδιορίζουν κανένα στοιχείο από το οποίο μπορεί να συναχθεί το ύψος των εισοδημάτων της και γενικότερα δημιουργούν πολλές αμφιβολίες για την αξιοπιστία τους, αφού ολόκληρα τμήματα της κατάθεσής τους αποτελούν αυτολεξεί επανάληψη του κειμένου της αγωγής [σελ. 14, 15, 16, 17 και 18 αυτής]. Εξάλλου, δεν προσκομίζονται έγγραφα από τα οποία να προκύπτουν έστω και εμμέσως τα εισοδήματα της ενάγουσας από την δραστηριότητά της ως κομμώτριας και πλασιέ καλλυντικών. Τα εισοδήματα της ενάγουσας από τις παραπάνω δραστηριότητές της δεν μπορούν να συναχθούν από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από την τελευταία εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2000-2006 [χρήσεις 1999-2005], διότι τα εισοδήματα στα σημειώματα αυτά στηρίζονται σε δηλώσεις της ίδιας και δεν έχουν ελεγχθεί ακόμα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ως προς την ειλικρίνειά τους, για τα οποία το Δικαστήριο διατηρεί πλείστες αμφιβολίες αναφορικά με την ορθότητά τους, καθόσον σ` αυτά, όπως συνομολογείται από την ενάγουσα, δηλώνονται εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες κατά τα παραπάνω έτη, ενώ η ίδια εκθέτει στην αγωγή της ότι δεν παρείχε επ` αμοιβή την εργασία της σε τρίτο εργοδότη, ενώ το κυριότερο τα εισοδήματά της από τις παραπάνω δραστηριότητες, τις οποίες με την αγωγή αναβιβάζει σε υψηλά ποσά, ουδόλως δηλώνονται. Αλλωστε, τα εισοδήματα από την εργασία της αυτή δεν ήταν σταθερά, ικανοποιητικά και αυξημένα, όπως η ίδια προσδιορίζει στην αγωγή της. Αν ήταν τόσο προσοδοφόρα, αυτή θα επεδίωκε να οργανώσει τις δραστηριότητες αυτές επαγγελματικά, δεν θα τις εγκατέλειπε για να πηγαίνει στις λαϊκές αγορές δύο φορές την εβδομάδα [και μάλιστα Σάββατο που έχουν ζήτηση οι υπηρεσίες της κομμώτριας] και δεν θα στρεφόταν σε αναζήτηση νέας επαγγελματικής δραστηριότητας.

Συγκεκριμένα, στις αρχές του έτους 2004 η ενάγουσα ξεκίνησε νέα επαγγελματική δραστηριότητα με συνέταιρο τη φίλη της …………….., ανοίγοντας κατάστημα λιανικής πώλησης ενδυμάτων και εσωρούχων, το αντιστοιχούν δε στην ίδια μέρος του κεφαλαίου για την έναρξη λειτουργίας του, ύψους 20.000 ευρώ, συνεισέφερε για λογαριασμό της ο εναγόμενος σύζυγός της. Η επιχείρηση αυτή επέφερε το έτος 2004 μειωμένα έσοδα, από τις αρχές όμως του έτους 2005 επέφερε στην ενάγουσα 2.500 ευρώ το μήνα, ποσό όμως που δεν διέθετε αυτή στο οικογενειακό εισόδημα, αλλά δαπανούσε για τις ανάγκες της επιχείρησης, η οποία τελικά έκλεισε μετά 5ετία. Περαιτέρω, η ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης φρόντιζε και περιποιόταν τον εναγόμενο και τα παιδιά τους ασχολούμενη καθημερινά με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των κοινών τους τέκνων και διαχειρίζονταν με σύνεση τα έσοδα της οικογένειας. Κατά την ανέγερση της υπό στοιχ. δ` παραπάνω οικοδομής επικαρπίας του εναγομένου και ψιλής κυριότητας του υιού της, που αποτέλεσε τη συζυγική οικία, η ενάγουσα ασχολήθηκε η ίδια με την επιλογή των δομικών υλικών και τη διακόσμηση της ιδιόκτητης αυτής οικογενειακής οικίας. Αυτή περαιτέρω, ενθάρρυνε και παρείχε αμέριστη συμπαράσταση στο σύζυγο της, με αποτέλεσμα να δημιουργεί ασφάλεια στο συζυγικό οίκο, αλλά και το κατάλληλο κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα για την απρόσκοπτη ενασχόληση του εναγομένου με την εργασία του. Οι υπηρεσίες αυτές υπήρξαν σημαντικές και υπερέβαιναν το μέτρο της υποχρέωσής της για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες δεδομένου ότι ο εναγόμενος δεν συμμετείχε στη διαχείριση του κοινού οίκου και τη φροντίδα των παιδιών, πλην της κάλυψης των οικονομικών αναγκών της οικογενείας. Ετσι, η ενάγουσα συνέβαλε ποικιλοτρόπως στην προαναφερόμενη περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου. Ειδικότερα, συνέβαλε με την παροχή της προσωπικής της εργασίας στο επάγγελμα του μικροπωλητή του εναγομένου στις λαϊκές αγορές, με τα εισοδήματά της από την επαγγελματική της δραστηριότητα και με τις υπηρεσίες που προσέφερε για τη λειτουργία της συζυγικής οικίας και για την ανατροφή των παιδιών τους. Η συμβολή της αυτή έγινε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, αλλά απέδωσε καρπούς και κατά τη διάρκεια της τριετούς διάστασης. Εφόσον δεν αποδείχθηκε το ύψος των εισοδημάτων της ενάγουσας, δεν αποδεικνύεται και η πραγματική της συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, τεκμαίρεται όμως ότι η συμβολή αυτής [ενάγουσας] ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ήτοι στο ποσό των 97.356,33 [= 292.069X1/3] ευρώ, καθόσον ο εναγόμενος δεν απέδειξε ότι η ενάγουσα είχε μικρότερη του τεκμηρίου ή καμμία συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του.

Οι διάδικοι ενόψει της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, με το από 30-3-2005 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό αποφάσισαν τη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, ρύθμισαν την επιμέλεια των παιδιών τους και ως προς τα περιουσιακά στοιχεία αποφάσισαν τα εξής: «…3. Ως προς την κοινή μας περιουσία αποφασίσαμε πως ο πρώτος συμβαλλόμενος, …………….., θα κρατήσει στην απόλυτη κυριότητα νομή και κατοχή του: ένα Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ……… μάρκας MERCEDES, ένα σκάφος με αριθμό ………… τύπου ΜΑΡΙΝΚΟ μετά της μηχανής του, ένα ακίνητο στο δημοτικό διαμέρισμα Μητρουσι μετά της αποθήκης του, δύο αγροτεμάχια στην τοποθεσία «ΛΑΣΚΑΡΗ» του αγροκτήματος Σερρών, ένα τροχόσπιτο, και ένα ισόγειο κατάστημα με υπόγειο επί του …ου χιλιομέτρου Σερρών-Νιγρίτας. Συμφωνείται τέλος πως ο καθένας θα διατηρήσει την ατομική του επιχείρηση ήτοι ο πρώτος την άσκηση του επαγγέλματος του μικροπωλητή και η δεύτερη την επιχείρηση που λειτουργεί στο όνομά της με αντικείμενο εμπορία ρούχων και που στεγάζεται επί της οδού ……………..». Η συμφωνία αυτή των διαδίκων με την οποία ρυθμίστηκαν οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων πριν από τη λύση του γάμου τους και πριν από τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης, πριν δηλαδή από τη γέννηση της ένδικης αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, γεγονός όμως που δεν έλαβε χώρα. Συνεπώς, σύμφωνα μ` όσα ειπώθηκαν στη μείζονα σκέψη της προηγούμενης παραγράφου, η ρυθμιστική αυτή συμφωνία των διαδίκων για τα αποκτήματα, εφόσον δεν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε, δηλ. η λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Ετσι, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί παραίτηση της ενάγουσας από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση του εναγομένου. Η δήλωση όμως του εναγομένου που περιλαμβάνεται στο έγγραφο αυτό συνιστά εξώδικη ομολογία του εναγομένου ότι τα αναφερόμενα σ` αυτό περιουσιακά στοιχεία που φέρονται στο όνομά του, είναι «κοινά» ήτοι ότι αποκτήθηκαν και με τη συμβολή της ενάγουσας, γεγονός που, πέραν των άλλων αποδεικτικών μέσων, συνηγορεί στην απόρριψη του ισχυρισμού του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του. Κατ` ακολουθία, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του εναγομένου με τον οποίο ζητεί την απόρριψη της αγωγής λόγω παραιτήσεως της ενάγουσας από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα.

Μετά τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς την κύρια βάση της, να γίνει δεκτή ως προς την επικουρική της βάση και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα 97.356,33 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη κατά την κύρια βάση της και δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικουρική βάση υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό, ενώ απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτού περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του και περί παραιτήσεως της ενάγουσας από την ένδικη αξίωση, ορθά τις αναφερόμενες στις μείζονες σκέψεις διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι όλοι οι λόγοι και των δύο εφέσεων, με τους οποίους οι διάδικοι υποστηρίζουν τα αντίθετα. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της σχέσης τους ως συζύγων [άρθρ. 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.].

 

ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΚΑΙ ΥΠΑΙΤΙΟΤΗΤΑ

Με την με αριθμό 377/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, έγιναν δεκτά τα εξής:

Κατά το άρθρο 1439 § 1 ΑΚ καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο όταν οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσον ισχυρά, από λόγο που αφορά το πρόσωπο του εναγομένου ή και των δύο συζύγων, ώστε βάσιμα η εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται ως λόγος διαζυγίου ο αντικειμενικός κλονισμός της έγγαμης σχέσεως και προσδιορίζονται γενικά όρια εντός των οποίων θα κινηθεί ο δικαστής, χωρίς να τίθεται η υπαιτιότητα ως βάση του ισχυρού κλονισμού. Συνεπώς, τα γεγονότα που μπορούν να προκαλέσουν ισχυρό κλονισμό μπορεί να είναι και ανυπαίτια ή ακόμη και μη καταλογιστά, δεν έχει δε σημασία ποιος από τους συζύγους δημιούργησε πρώτος τον λόγο κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης. Με την έννοια αυτή, αν το κλονιστικό γεγονός αφορά και τους δύο συζύγους, το προς διάζευξη δικαίωμα γεννάται ανεξαρτήτως ποιον από τους δύο βαρύνει περισσότερο η ύπαρξη του και από το αν υπάρχει υπαιτιότητα μόνο στο πρόσωπο του ενός από τους συζύγους. Το ότι για τη λύση του γάμου είναι πλέον αδιάφορο αν ο κλονισμός οφείλεται σε υπαίτιο ή ανυπαίτιο κλονιστικό γεγονός, σημαίνει ότι στη δίκη του διαζυγίου δεν δικαιολογείται σε καμία πλευρά έννομο συμφέρον για την έρευνα της υπαιτιότητας, αφού το δεδικασμένο της διαπλαστικής αποφάσεως του διαζυγίου δεν εκτείνεται σε ζητήματα υπαιτιότητας σε καμμία Περίπτωση. Συνέπεια τούτων είναι ότι, η απόφαση που κηρύσσει τη λύση του γάμου δεν αποτελεί δεδικασμένο ούτε ως προς την ύπαρξη καθεαυτή των επί μέρους πραγματικών περιστατικών που επέφεραν τον κλονισμό της έγγαμης σχέσεως, αφού τό δεδικασμένο αφορά στην έννομη σχέση ή στο δικαίωμα που κρίθηκε τελεσίδικα (άρθρα 322 και 324 ΚΠολΔ), ούτε ως προς το ζήτημα της υπαιτιότητας για τον κλονισμό αυτόν, ακόμη και αν ο λόγος διαζυγίου αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο του εναγομένου. Στην πραγματικότητα, δηλαδή, αντικείμενο της δίκης διαζυγίου είναι όχι η δικαστική διάγνωση του λόγου που δικαιολογεί την απαγγελία του διαζυγίου, αλλά το διαπλαστικό δικαίωμα της λύσης του γάμου. Επομένως, στην περίπτωση συνεκδικάσεως αντιθέτων αγωγών διαζυγίου, με τις οποίες καθένας από τους συζύγους ζητεί τη λύση του γάμου για ισχυρό κλονισμό της έγγαμης σχέσεως από λόγο που αφορά το πρόσωπο του άλλου συζύγου, αν η μία απ` αυτές γίνει δεκτή και η άλλη απορριφθεί, είναι προφανές ότι ο διάδικος του οποίου η αγωγή απορρίφθηκε δεν έχει έννομο συμφέρον, κατά τα άρθρα 68 και 556 § 2 ΚΠολΔ, να ασκήσει αναίρεση κατά της τελεσίδικης αποφάσεως και να ζητήσει την εξαφάνιση της, με σκοπό να απορριφθεί η αγωγή του αντιδίκου του και `να γίνει δεκτή η δική τόυ αγωγή, καθ όσον η έννομη συνέπεια που και αυτός επεδίωξε με την αγωγή του, δηλαδή η λύση του γάμου, στην οποία εμμένει, έχει ήδη επέλθει και ως εκ τούτου το εκατέρωθεν υποβληθέν αίτημα δικαστικής διάπλασης έχει ικανοποιηθεί με την απαγγελία του διαζυγίου, έστω και με βάση διαφορετικά περιστατικά, απαρτίζοντα όμως τον ίδιο λόγο – αντικειμενικό κλονισμό του γάμου (βλ. ΑΠ 2351/2009, ΕλλΔνη 52, έτους 2011. 96, ΑΠ 170/2008, ΕλλΔνη 50. 1022, ΑΠ 1301/2005, ΕλλΔνη 48. 1038, ΑΠ 669/2005, ΕλλΔνη 46, έτους 2005. 1074, την οποία προσκομίζει με επίκληση και ο εκκαλών – εφεσίβλητος, και ΕφΑΘ 3215/ 2011, αδημοσίευτη στον νομικό τύπο).

Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 03.04. 2009 αγωγή της η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ζήτησε τη λύση του μεταξύ αυτής και του εναγομένου, ήδη εφεσίβλητου, υφισταμένου γάμου τους, λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεως τους, από λόγους που αφορούν το πρόσωπο του τελευταίου. Επίσης, με την από 27.07.2009 αγωγή του ο ενάγων και ήδη εφεσίβλητος ζήτησε και αυτός τη λύση του μεταξύ αυτού και της εναγομένης, ήδη εκκαλούσης, υφισταμένου γάμου τους λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεως τους, από λόγους που αφορούν το πρόσωπο της τελευταίας. Επί των αγωγών αυτών, οι οποίες συνεκδικάσθηκαν αντιμωλία των διαδίκων, εκδόθηκε η εκκαλουμένη υπ` αριθ. …/2010 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία έγιναν δεκτές ως βάσιμες και κατ` ουσίαν αμφότερες οι αντίθετες αγωγές των διαδίκων, εκάστη λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης συμβίωσης από λόγο που αφορά το πρόσωπο του σε αυτήν (= αγωγή) εναγομένου, και απαγγέλθηκε η λύση του μεταξύ των διαδίκων γάμου λόγω ισχυρού κλονισμού αυτού που αφορά το πρόσωπο αμφοτέρων. Κατά της αποφάσεως αυτής παραπονείται ήδη η εκκαλούσα – ενάγουσα – εναγόμενη με την από 28.03.2011 έφεση της, για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την παραδοχή της αντίθετης αγωγής του εφεσίβλητου -εναγομένου – ενάγοντος και ζητεί την εξαφάνιση της αποφάσεως αυτής με σκοπό να απορριφθεί η αντίθετη αγωγή του εφεσίβλητου συζύγου της και να γίνει δεκτή η δική της αγωγή, ώστε να λυθεί ο μεταξύ τους υφιστάμενος γάμος λόγω ισχυρού κλονισμού της έγγαμης σχέσεως τους από λόγους που. αφορούν αποκλειστικά το πρόσωπο του εφεσίβλητου. Τα ίδια ζητεί και ο εκκαλών – εφεσίβλητος, παραπονούμενος με την ένδικη από 04.04. 2011 έφεση του για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την παραδοχή της αντίθετης αγωγής της εφεσίβλητης – ενάγουσας και ζητεί την εξαφάνιση της εκκαλουμένης με σκοπό την απόρριψη της αντίθετης αγωγής και την παραδοχή μόνο της δικής του αγωγής, ώστε να λυθεί ο γάμος τους λόγω ισχυρού -κλονισμού που αφορά αποκλειστικά στο πρόσωπο της εφεσίβλητης συζύγου του. Με τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με την μείζονα νομική σκέψη που προηγήθηκε, αμφότερες οι εφέσεις, αφού συνεκδικαστούν λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, Κατά τα άρθρα 591 § 1 εδ. 1 και 246 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες ελλείψει εννόμου συμφέροντος των εκκαλούντων προς άσκηση τους, καθ όσον η έννομη συνέπεια, δηλαδή η λύση του γάμου, που επεδίωξαν αμφότεροι οι διάδικοι, στην οποία εμμένουν και με την οποία εξαντλείται η δίκη διαζυγίου, έχει επέλθει με τήν παραδοχή αμφοτέρων των αγωγών τους ως ” κατ ουσίαν βάσιμων. Η δικαστική δαπάνη των διαδίκων του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας πρέπει να. συμψηφισθεί εν όλω μεταξύ τους, λόγω της ιδιότητας τους ως συζύγων (άρθρα 179 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΝΟΜΟΘΕΣΙΑ ΓΙΑ ΔΙΑΖΥΓΙΟ

 Διαζύγιο

 `Αρθρο 1438

Πώς επέρχεται

Ο  Γάμος μπορεί να λυθεί με διαζύγιο. Το διαζύγιο απαγγέλλεται με αμετάκλητη δικαστική απόφαση.

 

`Αρθρο 1439

Ισχυρός κλονισμός

Καθένας  από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο, όταν  οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν κλονισθεί τόσο ισχυρά, από λόγο που αφορά  το πρόσωπο του εναγομένου  ή  και  των  δυο  συζύγων,  ώστε  βάσιμα  η  εξακολούθηση της έγγαμης σχέσης να είναι αφόρητη για τον ενάγοντα.

Εφόσον ο εναγόμενος δεν αποδεικνύει το αντίθετο, ο κλονισμός τεκμαίρεται σε περίπτωση διγαμίας ή μοιχείας αυτού, εγκατάλειψης του ενάγοντος ή επιβουλής της ζωής του από τον εναγόμενο, καθώς και σε περίπτωση άσκησης από τον εναγόμενο ενδοοικογενειακής βίας εναντίον του ενάγοντος.

Εφόσον οι σύζυγοι βρίσκονται σε διάσταση συνεχώς από δύο τουλάχιστον χρόνια, ο κλονισμός τεκμαίρεται αμάχητα και το διαζύγιο μπορεί να ζητηθεί, έστω και αν ο λόγος του κλονισμού αφορά στο πρόσωπο του ενάγοντος. Η συμπλήρωση του χρόνου διάστασης υπολογίζεται κατά το χρόνο συζήτησης της αγωγής διαζυγίου και δεν εμποδίζεται από μικρές διακοπές που έγιναν ως προσπάθεια αποκατάστασης των σχέσεων μεταξύ των συζύγων.

 
`Αρθρο 1440

Αφάνεια

Καθένας από τους συζύγους μπορεί να ζητήσει το διαζύγιο,  όταν ο άλλος έχει κηρυχθεί σε Αφάνεια.

 

`Αρθρο 1441

Συναινετικό  διαζύγιο

Οι σύζυγοι μπορούν με έγγραφη συμφωνία να λύσουν το γάμο τους, εφόσον έχει διαρκέσει τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την κατάρτιση της. Η συμφωνία αυτή υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη και από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή μόνον από τους τελευταίους, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή του συμφωνητικού. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, για να λυθεί ο γάμος πρέπει η ανωτέρω συμφωνία να συνοδεύεται με άλλη έγγραφη συμφωνία των συζύγων που να ρυθμίζει την επιμέλεια των τέκνων και την επικοινωνία με αυτά, η οποία ισχύει ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για το θέμα αυτό σύμφωνα με το άρθρο 1513. Η κατά τα ανωτέρω έγγραφη συμφωνία, καθώς και το έγγραφο συμφωνητικό που αφορά την επιμέλεια και την επικοινωνία των ανήλικων τέκνων ή τη διατροφή αυτών, εφόσον έχει συμφωνηθεί, υποβάλλονται μαζί με τα ειδικά πληρεξούσια, όταν απαιτείται, στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, το οποίο με απόφαση του, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, επικυρώνει τις συμφωνίες και κηρύσσει τη λύση του γάμου, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου που αφορά την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανήλικων τέκνων αποτελεί εκτελεστό τίτλο.

 

`Αρθρο 1442

Διατροφή

Εφόσον   ο   ένας  από  τους  πρώην  συζύγους  δεν  μπορεί  να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την  περιουσία  του,  δικαιούται  να  ζητήσει  διατροφή  από τον άλλον: 1. αν κατά την  έκδοση του διαζυγίου  ή  κατά  το  τέλος  των  χρονικών  περιόδων  που  προβλέπονται  στις  επόμενες  περιπτώσεις  βρίσκεται  σε  ηλικία  ή σε  κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει  να  αναγκαστεί  να  αρχίσει  ή  να  συνεχίσει  την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει απ` αυτό τη διατροφή του, 2. αν έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου και γι` αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου  επαγγέλματος,  3.  αν  δεν   βρίσκει   σταθερή   κατάλληλη   εργασία   ή   χρειάζεται  κάποια  επαγγελματική εκπαίδευση,  και  στις  δύο  όμως  περιπτώσεις  για  ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου, 4.  σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.

 

`Αρθρο 1443

Οι διατάξεις των άρθρων 1487, 1493, 1494 και 1498 εφαρμόζονται  αναλόγως  και  για  το δικαίωμα διατροφής μετά το διαζύγιο. Η διατροφή  προκαταβάλλεται σε χρήμα κάθε μήνα.  Η διατροφή μπορεί  να  καταβληθεί  εφάπαξ, αν  οι  πρώην σύζυγοι συμφωνούν σ` αυτό εγγράφως, ή με απόφαση του δικαστηρίου, αν συντρέχουν ιδιαίτεροι λόγοι.

 
`Αρθρο 1444

Η διατροφή μπορεί να αποκλειστεί ή  να  περιοριστεί,  αν  αυτό  επιβάλλεται από σπουδαίους λόγους, ιδίως αν ο Γάμος είχε μικρή χρονική διάρκεια  ή  αν  ο  δικαιούχος  είναι  υπαίτιος  του  διαζυγίου  του ή προκάλεσε εκούσια την απορία του. Το δικαίωμα διατροφής παύει, αν ο δικαιούχος ξαναπαντρευτεί, ή αν συζεί μόνιμα  με  κάποιον  άλλο  σε  ελεύθερη  ένωση.  Το  δικαίωμα διατροφής δεν παύει με το θάνατο του υποχρέου, παύει όμως με το θάνατο του  δικαιούχου,  εκτός  αν  αφορά παρελθόντα χρόνο ή δόσεις απαιτητές κατά το χρόνο του θανάτου.

 

`Αρθρο 1445

Ο καθένας από τους πρώην συζύγους είναι υποχρεωμένος να  δίνει στον άλλο ακριβείς πληροφορίες για την περιουσία του και τα εισοδήματά του,  εφόσον είναι χρήσιμες για τον καθορισμό του ύψους της διατροφής. Με αίτηση ενός από τους πρώην συζύγους, που διαβιβάζεται  μέσω  του αρμόδιου  εισαγγελέα,  ο  εργοδότης, η αρμόδια υπηρεσία και ο αρμόδιος οικονομικός  έφορος  είναι  υποχρεωμένοι να δίνουν  κάθε χρήσιμη πληροφορία  για  την  περιουσιακή  κατάσταση  του  άλλου  συζύγου και προπάντων για τα εισοδήματά του.

 

`

ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ ΤΟΥ ΓΑΜΟΥ ΚΑΙ ΔΗ ΣΤΗΝ ΑΝΕΓΕΡΣΗ ΚΑΤΟΙΚΙΑΣ ΜΕ ΠΡΟΣΩΠΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΚΑΙ ΠΡΟΙΚΟΔΟΤΗΣΗ ΚΑΙ ΠΛΗΡΩΜΗ ΔΑΝΕΙΟΥ

Στην υποθεση αυτή το που δίκασε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Σάμου, οι αντίδικοι, αμέσως μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν στην Σύρο, σε μισθωμένη κατοικία. Η συμβίωση των διαδίκων διακόπηκε την άνοιξη του έτους 1999 και έκτοτε οι διάδικοι ζουν χωριστά. Ήδη ο γάμος των διαδίκων έχει λυθεί με την υπ`αριθμ. 30/13.3.2007 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σάμου, η οποία κατέστη τελεσίδικη, μετά την απόρριψη της κατ` αυτής ασκηθείσης εφέσεως δυνάμει της υπ`αριθμ. 147/2009 του Μεταβατικού Εφετείου Αιγαίου η οποία επιδόθηκε την 7-10-2009 και έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη. Κατά την τέλεση του γάμου η εναγόμενη δεν είχε περιουσιακά στοιχεία. Το έτος 1982, με το υπ` αριθμ. 13.377/14.6.1982 προικοδοτήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Ιωάννη – Κιράνη, νόμιμα μεταγεγραμμένο στον τόμο ΡΘ με αριθμό 815 του Υποθηκοφυλακείου Σάμου, όπως αυτό διορθώθηκε με την υπ`αριθμ. 16.675 /1985 διορθωτική πράξη του ιδίου, νομίμως επίσης μεταγεγραμμένη με αριθμό ……….στον τόμο ΥΔ των ιδίων βιβλίων, η εναγομένη απέκτησε οικόπεδο, πρώην ερειπωθείσα οικία, στη θέση Σπηλιές της πόλης της Σάμου, στο με αριθμό 85 οικοδομικό τετράγωνο, εμβαδού 102,80 τ.μ.. Οι διάδικοι ακολούθως συναποφάσισαν να χτίσουν στο οικόπεδο αυτό κατοικία προκειμένου να εγκατασταθούν μόνιμα στη Σάμο.

Προς τούτο αφού έγιναν οι αναγκαίες ενέργειες ελήφθη η υπ` αριθμ. 8/1986 ΤΠ 5242/22.11.1985 άδεια οικοδομής της Πολεοδομίας Σάμου και ξεκίνησε αμέσως μετά την επίλυση δικαστικής διαφοράς με όμορη ιδιοκτήτρια η ανέγερση οικοδομής, η οποία θα περιελάμβανε υπόγειο 47 τ.μ., διαμέρισμα πρώτου ορόφου επιφάνειας 77,60 τ.μ., διαμέρισμα α` όροφο 77,60 τ.μ. και δώμα 12 τ.μ.. Η δαπάνη για την έκδοση της αδείας αυτής ανήλθε στο ποσό των 4000 ευρώ περίπου. Τελικώς από τα προβλεπόμενα στην οικοδομική άδεια αποπερατώθηκε, πριν τη διάσταση των διαδίκων, το υπόγειο διαμέρισμα επιφάνειας 47.02 τ.μ. όπου και διέμενε το ζεύγος των διαδίκων μέχρι το χωρισμό τους. Για την ανέγερση του διαμερίσματος αυτού, το οποίο ήταν μία μέτρια κατασκευή σύγχρονης κατοικίας χωρίς να γίνουν ιδιαίτερες και πολυτελείς δαπάνες, αποδεικνύεται ότι δαπανήθηκε το ποσό των 20.000 ευρώ περίπου.

Επίσης κατασκευάστηκε το διαμέρισμα του ισογείου, επιφανείας 77,60 τμ. το οποίο έφθασε μέχρι το στάδιο των δαπέδων, για την κατασκευή του οποίου δαπανήθηκε το ποσό των 55.000 ευρώ περίπου. Δεν αποδεικνύεται ότι έγινε κάτι άλλο από τα προβλεπόμενα στην οικοδομική άδεια (δεν αποδεικνύεται ότι έγινε πράγματι ο φέρων οργανισμός του Α ορόφου και το δώμα, τα οποία παραμένουν μελλόκτιστα και συνεπώς ουδεμία επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης επήλθε λόγω τέτοιων κατασκευών, διαρκούντος του γάμου των διαδίκων). Έτσι η όποια αύξηση του ενεργητικού της περιουσίας της εναγομένης περιορίζεται στις παραπάνω κατασκευές του υπογείου και ισογείου, καθώς και στη διαμόρφωση του περιβάλλοντος χώρου για την οποία δαπανήθηκε ποσό 3000 ευρώ. Η αξία που προσέδωσαν οι κατασκευές αυτές στο ακίνητο της εναγομένης, από τα έγγραφα που προσκομίστηκαν, το συνολικό ύψος των δανείων που ελήφθησαν και από τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής αποδεικνύεται ότι ανέρχεται για μεν την κατασκευή του διαμερίσματος του υπογείου στο ποσό των 20.000 ευρώ για δε την κατασκευή του ημιτελούς διαμερίσματος του ισογείου ορόφου στο ποσό των 60.000 ευρώ και για τις λοιπές εργασίες διαμόρφωσης περιβάλλοντος χώρου 4.000 ευρώ, ήτοι συνολικά η επαύξηση της περιουσίας της εναγομένης κατά τον κρίσιμο χρόνο άσκησης της αγωγής, αντιστοιχούσα στην αξία που προσδόθηκε στο ακίνητο της από την κατασκευή των παραπάνω κτισμάτων αποτιμάται στο συνολικό ποσό των 84.000 ευρώ. Ο ενάγων για την ανέγερση των παραπάνω τεκμαίρεται εκ του νόμου ότι συνέβαλε κατά το 1/3 δια εισοδημάτων από την εργασία του ως μηχανικός στα πλοία και στο Νεώριο της Σύρου και από τις συντάξεις που ελάμβανε από το NAT το ΙΚΑ και το Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων Μετάλλου, ενώ προσέφερε και με τις προσωπικές του υπηρεσίες επιβλέποντας ο ίδιος προσωπικά την ανέγερση αυτών, επιμελούμενος ως κύριος του έργου για το σύνολο των ζητημάτων που άπτονταν της κατασκευής. Ο ενάγων ειδικότερα εργαζόταν ως μηχανικός σε πλοία από το γάμο τους μέχρι το 1969, κατόπιν δε εργατικού ατυχήματος το έτος 1969 έλαβε από το έτος 1972 σύνταξη από το NAT ύψους τότε 5444 δραχμών μηνιαίως και εργαζόταν στο Νεώριο της Σύρου, διδάσκοντας μαθητές της Ναυτικής Σχολής. Έλαβε για το λόγο τούτο και δεύτερη σύνταξη από το Επικουρικό Ταμείο Εργατοϋπαλλήλων μετάλλου, αρχικά προσωρινά και αργότερα οριστικά και συγκεκριμένα από 2-11-1987 μέχρι 31- 12-1987 18.350 δραχμές από 1-1-1988 μέχρι 31-10-1989 20.550 δραχμές, από 1-11-1992 σύνταξη νόσου με βασικό ποσό 16614 δραχμές και εφάπαξ βοήθημα 299.052 δραχμές.

Εξάλλου από το 1963 μέχρι το 1977 ο ενάγων ήταν ο μόνος που εργαζόταν στην οικογένεια και από τα εισοδήματα του και μόνο διαβιούσαν. Κατά τον χρόνο έναρξης της διάστασης οι διάδικοι είχαν ισάξια εισοδήματα περί τα 4.500.000 δραχμές ο καθένας. Ο ενάγων από τα εισοδήματα που είχε από την εργασία του συνέβαλε στην αποπληρωμή των δανείων, που ελήφθησαν για την αποπεράτωση των παραπάνω κτισμάτων Γ. συνολικού ποσού 28.788.259 δραχμών ή 84.484,986 ευρώ και συγκεκριμένα τα παρακάτω : α) Δάνειο χρηματικού ποσού 1.100.000 δραχμών από τον ΑΟΕΚ β) Δάνειο χρηματικού ποσού 5.607.522 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ……………………… της Ελλάδος Α.Ε. γ) Δάνειο χρηματικού ποσού 5.480.737 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ……………………… της …………….. Α.Ε. δ) Δάνειο χρηματικού ποσού 8.600.000 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την …………………………………. Α.Ε. Δάνειο χρηματικού ποσού 8.000.000 δραχμών για την αποπεράτωση των οριζοντίων ιδιοκτησιών από την ……………Α.Ε.

Έτσι έλαβε επ` ονόματι της προς ανέγερση των οριζοντίων ιδιοκτησιών δάνεια που ανέρχονται στο χρηματικό ποσό των 28.788.259 δραχμών ή 84.484,986 ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί τόσο στη δαπάνη ανέγερσης, όσο και στην πραγματική αξία που προσέδωσαν τα κτίσματα που ανεγέρθηκαν στο οικόπεδο της εναγομένης με τιμές αναγόμενες στο χρόνο άσκησης της αγωγής.

Επισημαίνεται ότι η αξία αυτή δεν αποδεικνύεται ότι αυξήθηκε από την έναρξη της διάστασης μέχρι και το χρόνο άσκησης της αγωγής. Η εναγομένη εργαζόταν από το 1977 στο Νοσοκομείο της Σύρου και έκτοτε είχε εισοδήματα από την εργασίας της, ύψους με τιμές αναγόμενες στο χρόνο άσκησης της αγωγής περί τα 900 ευρώ μηνιαίως, μέρος των οποίων μετά από αφαίρεση ποσού που κατευθυνόταν στην αναλογική προς τις δυνάμεις της κάλυψη των οικογενειακών αναγκών στην ανέγερση της οικοδομής είτε μεσα είτε δια της αποπληρωμής μέρους των δόσεων των παραπάνω δανείων.

Επίσης εισέφερε και την προσωπική της εργασία στον συζυγικό οίκο η οποία κατά το μέρος επίσης που υπερέβαινε την υποχρέωση της για συνεισφορά αποτελούσε συμβολή της στην επαύξηση της περιουσίας της. Ωστόσο, η εναγόμενη η οποία φέρει το σχετικό βάρος απόδειξης, δεν κατάφερε να ανατρέψει το τεκμαιρόμενο από το νόμο ποσοστό της συμβολής του ενάγοντος κατά το 1/3, αφού τα εισοδήματα που αναφέρει ότι είχε από την εργασία της, και αποδεικνύονται κατά τα ανωτέρω και οι αποτιμώμενες σε χρήμα υπηρεσίες της, οι οποίες σε κάθε περίπτωση δεν αποδείχθηκε κατά ποίο ποσοστό υπερβαίνουν την παραπάνω υποχρέωση της για αναλογική της συμβολή στις οικογενειακές δαπάνες, δεν επαρκούν για την κάλυψη της δαπάνης ανέγερσης των κτισμάτων αυτών, και για την πληρωμή των δόσεων των στεγαστικών δανείων που έλαβε για το σκοπό αυτό, με δεδομένο ότι μέρος των εισοδημάτων της αναλογικά κατευθυνόταν υποχρεωτικά στην κάλυψη των δαπανών της πενταμελούς οικογενείας της, η οποία με δεδομένο ότι και τα τρία τέκνα των διαδίκων πραγματοποίησαν σπουδές, ήταν σημαντικού ύψους, ώστε να μην καταλείπονται στην εναγόμενη ιδιαίτερα περιθώρια αποταμίευσης και διοχέτευσης επαρκών χρηματικών μέσων για τη χρηματοδότηση της ανέγερσης. Ειδικότερα δε δεν είναι δυνατόν δια των αποδειχθέντων αυτής παραπάνω εισοδημάτων και παροχών που δεν είναι δυνατόν να προσδιορισθεί κατά ποιο μέρος τους, αφού αποτιμηθούν σε χρήμα υπερβαίνουν την υποχρέωση της για συμμετοχή στις ανάγκες της οικογένειας, να ανατραπεί η τεκμαιρόμενη κατά το 1/3 συμμετοχή του ενάγοντος στην ανέγερση της οικοδομής της.

Από τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 του Ν 1329/1983, σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της αγωγής συμμετοχής στα αποκτήματα είναι α) η λύση του γάμου ή, κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεων των συζύγων Β) η αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου συζύγου κατά τη διάρκεια του γάμου και γ) η συμβολή του ενάγοντος συζύγου στην αύξηση, με οποιοδήποτε τρόπο, της περιουσίας του υπόχρεου. Ως αύξηση νοείται όχι μία συγκεκριμένη κτήση, αλλά η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενα σε τιμές του χρόνου ασκήσεως της αγωγής, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα.

Η συμβολή δε του δικαιούχου στην αύξηση της περιουσίας του υπόχρεου μπορεί να συνίσταται όχι μόνο στην παροχή κεφαλαίου με οποιαδήποτε μορφή, αλλά και στην παροχή υπηρεσιών, αποτιμωμένων σε χρήμα, ακόμη και υπηρεσιών, οι οποίες παρέχονται στο συζυγικό οίκο, όταν και κατά το μέτρο που αυτές δεν επιβάλλονται από την, κατά τα άρθρα 1389 και 1390 του ΑΚ, υποχρέωση συνεισφοράς στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών. Έτσι είναι αναγκαία η χρηματική αποτίμηση στην αγωγή των υπηρεσιών αυτών, μόνο κατά το μέρος που αυτές υπερβαίνουν το μέτρο το επιβαλλόμενο από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες. Πιο συγκεκριμένα, δεν αρκεί μόνον η αναφορά του ποσού που συνεισέφερε ο ενάγων και η εν χρήμα αποτίμηση των παραπάνω υπηρεσιών, αλλά πρέπει να καθορίζεται στο αγωγικό δικόγραφο και το ποσό το οποίο όφειλε αυτός, με βάση τις δυνάμεις του, να συνεισφέρει στην αντιμετώπιση των οικογενειακών αναγκών (άρθρο 1389 του ΑΚ), αφού οι χρηματικές παροχές και οι υπηρεσίες του, μόνον κατά το μέρος που υπερβαίνουν το ποσό της οφειλόμενης συνεισφοράς του, συνιστούν συμβολή στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου συζύγου και παρέχουν δικαίωμα αποδόσεως και όχι στο σύνολο τους. Όταν όμως ζητείται η επιδίκαση του τεκμαιρομένου ποσοστού (1/3) των αποκτημάτων, ο ενάγων θα δικαιούται το ένα τρίτο από την επαύξηση της περιουσίας του άλλου συζύγου, χωρίς να χρειάζεται να επικαλεσθεί και αποδείξει οποιαδήποτε συμβολή του στην αύξηση αυτή, υπό την προϋπόθεση βέβαια της επικλήσεως και αποδείξεως τέτοιας αύξησης της περιουσίας του άλλου συζύγου. Εξ άλλου ο εναγόμενος, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλλει μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή.

ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ ΠΟΥ ΑΠΟΚΤΗΘΗΚΑΝ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΓΑΜΟ

Όπως δέχεται ο Άρειος Πάγος κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 παρ. 1 του ΑΚ: “Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή”.

Από τη διάταξη αυτή του άρθρου 1400 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται και επί γάμων που τελέσθηκαν και επί περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν και πριν από την έναρξη της ισχύος του ν. 1329/1983 (άρθρο 12 ν. 1649/1986), συνάγεται ότι η απαίτηση του κάθε συζύγου προς συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι κατ` αρχήν ενοχή αξίας, δηλαδή χρηματική ενοχή, αντικείμενο της οποίας αποτελεί η χρηματική αποτίμηση της περιουσιακής αύξησης του υπόχρεου συζύγου, που προέρχεται από τη συμβολή, άμεση ή έμμεση του δικαιούχου (Ολ.ΑΠ 28/1996). Ως αύξηση νοείται όχι μια συγκεκριμένη κτήση, αλλ` η διαφορά που υπάρχει στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου σε δύο διαφορετικά χρονικά σημεία, ήτοι κατά την τέλεση του γάμου και κατά το χρόνο που γεννιέται η αξίωση για συμμετοχή στα αποκτήματα με βάση τις παρ. 1 και 2 του ίδιου άρθρου 1400 του Α.Κ. Από τη σύγκριση της αξίας αυτών, αναγόμενης σε τιμές του χρόνου γέννησης της αξίωσης, θα κριθεί αν υπάρχει περιουσιακή αύξηση του ενός συζύγου που να δικαιολογεί την αξίωση του άλλου για συμμετοχή στα αποκτήματα. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της έγερσης της αγωγής. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αύξησης λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής κατάστασης του υπόχρεου, ώστε, από τη σύγκριση της περιουσιακής κατάστασης στο χρονικό σημείο της τέλεσης του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση.

Η τελευταία δεν αποκλείεται να ξεκινά με την αγωγή από μία μόνο ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που την διαφοροποιούν, αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Ο χρόνος λύσης ή της ακύρωσης του γάμου ή της συμπλήρωσης τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν. Ο δικαιούχος σύζυγος θα πρέπει να αποδείξει την τελική περιουσία, από τι αποτελείται και ποια είναι η αξία της (Α.Π. 447/2005). Ο εναγόμενος περαιτέρω, ως υπόχρεος σύζυγος, του οποίου η περιουσία αυξήθηκε με τη συμβολή του ενάγοντος συζύγου μπορεί να προβάλει, μεταξύ άλλων, ότι η συμβολή του ενάγοντος ήταν κάτω από το ένα τρίτο ή ότι δεν υπάρχει καμία συμβολή. Για να γίνει όμως δεκτή η ανυπαρξία συμβολής που αποκλείει την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα θα πρέπει ο εναγόμενος σύζυγος να επικαλεσθεί και αποδείξει ότι ο δικαιούχος της αξίωσης συμμετοχής σύζυγος είτε δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων είτε δεν ήθελε να συμβάλει και ότι η επαύξηση της περιουσίας οφείλεται μόνο σ` αυτόν. Ο ισχυρισμός αυτός του εναγομένου, ενόψει του ότι το καθιερούμενο από το άρθρο 1400 ΑΚ τεκμήριο της συμβολής συμμετοχής στα αποκτήματα κατά το 1/3 ενεργεί και ως προς τους δύο συζύγους, ο δε ενάγων, έστω και αν δεν αποδείξει τη δική του συμβολή, θα δικαιούται οπωσδήποτε το 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, συνιστά ως προς την απόκρουση του τεκμηρίου ένσταση (Α.Π. 1223/2007, 661-662/2005). Η συμβολή τέλος του ενός συζύγου στην περιουσιακή επαύξηση του άλλου μπορεί να γίνει είτε με την παροχή κεφαλαίων (εισφορά χρήματος, κεφαλαιουχικών αγαθών κατά χρήση), είτε με παροχή υπηρεσιών, που αποτιμώνται σε χρήμα και δεν επιβάλλονται από την υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες (άρθρο 1390 ΑΚ). Ειδικότερα, η παροχή υπηρεσιών, που η σύζυγος προσφέρει εντός της οικίας ή για την ανατροφή των τέκνων, αποτελεί δική της συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του συζύγου, μόνο όταν οι υπηρεσίες αυτές των οποίων προσδιορίζεται το είδος και η αξία τους είναι περισσότερες από αυτές, που η υποχρέωση συμβολής στις οικογενειακές ανάγκες επιβάλει.

ΙΣΟΤΙΜΗ ΚΑΙ ΑΝΑΛΟΓΙΚΗ Η ΥΠΟΧΡΕΩΣΗ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΩΝ ΣΥΖΥΓΩΝ

Όπως έκρινε το Εφετείο Λάρισας:

.. καθιερώνεται η ισότιμη και αναλογική συμβολή των συζύγων στην κάλυψη των οικογενειακών αναγκών. Ισότιμη όμως συμβολή δεν νοείται η μαθηματική ισότητα συνεισφορών, γιατί αυτή προϋποθέτει ισότητα δυνάμεων, αλλά σημαίνει συμβολή καθενός των συζύγων ανάλογα με τις δυνάμεις του. Για τον υπολογισμό δε του ποσού της διατροφής που δικαιούται ο επιζών σύζυγος, δεν απαιτείται η εφαρμογή συγκεκριμένου μαθηματικού υπολογισμού και η παράθεση στην απόφαση μαθηματικών πράξεων, αλλά το δικαστήριο καθορίζει αυτό με βάση τις δυνάμεις των συζύγων, στις οποίες περιλαμβάνεται και η αποτίμηση των εισφερόμενων προσωπικών υπηρεσιών.

ΤΡΟΠΟΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΤΕΚΝΟΥ ΚΑΙ ΤΗΣ ΜΗΤΕΡΑΣ ΤΟΥ ΛΑΜΒΑΝΟΝΤΑΣ ΥΠΟΨΗ ΤΟ ΕΠΙΠΕΔΟ ΖΩΗΣ ΠΟΥ ΕΙΧΕ Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΠΡΟ ΤΗΣ ΔΙΑΚΟΠΗΣ ΤΗΣ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

Παρατίθεται το κείμενο απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών γιά να δειχθεί ο τρόπος που τα Δικαστήρια υπολογίζουν το ύψος της διατροφής τόσο του ανηλίκου όσο κα της συζύγου ανάλογα με το επίπεδο ζωής που είχαν όσο διαρκούσε η συμβίωση.

Οι διάδικοι τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο την 14.05.2001 στον Ιερό Ναό … στη … Από το γάμο τους απέκτησαν την 09.12.2005 ένα θήλυ τέκνο τη ……………… Η έγγαμη συμβίωσή τους ήταν αρχικά ομαλή και δεν παρουσίαζε προβλήματα, παρά την μεταξύ τους απόσταση, σε αυτό συντελούσε το γεγονός ότι ο καθ` ου, ο οποίος ήταν υποπλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού και απασχολείται σε πλοία που πραγματοποιούσαν υπερπόντια ταξίδια, εξασφάλιζε ένα καλό επίπεδο ζωής στον ίδιο αλλά και στην οικογένειά του. Το Μάρτιο του έτους 2012, ο καθ` ου επέστρεψε στην Ελλάδα, ότε και δήλωσε στην αιτούσα ότι αποχωρεί από τη συζυγική κατοικία, έκτοτε σταμάτησε να συνεισφέρει οτις οικογενειακές ανάγκες και να διαμένει με την αιτούσα και την κόρη τους έχοντας μετοικήσει. Ο καθ` ου είναι 40 ετών, υγιής και εργάζεται ως υποπλοίαρχος του Εμπορικού Ναυτικού. Το οικονομικό έτος 2012 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα 82.664,20 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα έτους 2012), το έτος 2011 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα 83.543,92 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 2011), το έτος 2010 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα 81.222,84 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 2010), το οικονομικό έτος 2009 είχε συνολικό δηλωθέν εισόδημα 74.595,26 ευρώ (βλ. εκκαθαριστικό σημείωμα του έτους 2009), επομένως, αποκομίζει μηνιαίως περί τις 6.890,00 ευρώ. Επίσης είναι κάτοχος ενός πολυτελούς αυτοκινήτου της εταιρίας κατασκευής …………, 3.387 κ.ε. αξίας 37.000 ευρώ καθώς και ενός έτερου οχήματος της εταιρίας κατασκευής …………….. (……………..) 1.699 κ.ε, αξίας 25.000 ευρώ περίπου. Παράλληλα ο καθ` ου έχει λάβει: α) καταναλωτικό δάνειο με υπόλοιπο 24.535,00 ευρώ από την Τράπεζα …………….. με μηνιαία δόση 595,00 ευρώ (βλ. αντίγραφο λογαριασμού της Τράπεζας …………..), β) δάνεια με σκοπό την αγορά μεταφορικού μέσου ποσών 26.000,00 και 7,000,00 ευρώ από της ……………. μέλος της …………, γ) καταναλωτικό-προσωπικό δάνειο 6.900,00 ευρώ από την τράπεζα …………….. με υπόλοιπο 1877,88 ευρώ και δ) στεγαστικό δάνειο ποσού 30.000,00 ευρώ από την Τράπεζα …………… για το οποίο επιβαρύνεται με μηνιαία δόση 535,13 ευρώ και με υπόλοιπο 6.400 ευρώ. Με τα δεδομένα αυτά οι μηνιαίες οικονομικές δυνάμεις του καθ` ου, πραγματικές και υποθετικές του καθ` ου ανέρχονται στο ποσό των 6.000 ευρώ.

Η αιτούσα είναι 38 ετών, απααχολείται ως βοηθός νηπιαγωγού σε ιδιωτικό σχολείο, λαμβάνει καθαρά μηνιαίως περί τα 1000,00 ευρώ (βλ. καταστάσεις μισθοδοσίας της εταιρίας ……………..), ενώ έχει στην ψιλή κυριότητά της ένα διαμέρισμα επιφανείας 105 τμ.. του οποίου τη χρήση της έχει παραχωρήσει η επικαρπώτρια μητέρα της καθώς και την ψιλή κυριότητα ενός διαμερίσματος 98 τμ. στο Παλαιό Φάληρο Αττικής από το οποίο δεν έχει εισοδήματα. Αυτή είναι επιβαρυμένη με στεγαστικό δάνειο υπόλοιπου ποσού 35.672,11 ευρώ, το οποίο δεν αφορά την επισκευή της κοινής εξοχικής κατοικίας μεταξύ των συζύγων, διότι ελήφθη την 05.02.2004 (βλ. βεβαίωση χορήγησης δανείου της Ελληνικής Τράπεζας), ενώ την κοινή εξοχική τους κατοικία οι διάδικοι την απέκτησαν μεταγενέστερα. Ενόψει των ανωτέρω οι μηνιαίες οικονομικές δυνάμει της αιτούσας υπολογίζονται στο ποσό των 1.200 ευρώ. Ενώ το σύνολο των οικογενειακών αναγκών των συζύγων βάσει του βιοτικού επιπέδου που είχε διαμορφωθεί ανέρχεται στο ποσό των 3.000 ευρώ, χωρίς να περιλαμβάνονται οι δύσεις δανείων, για τις οποίες είναι υπόχρεος ο σύζυγος.

Ο καθ` ου επικαλείται ότι η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης οφείλεται οφείλεται στην κακή διαχείριση των οικονομικών εκ μέρους της ενάγουσας, η οποία καθ` όλο το χρονικό διάστημα του έγγαμου βίου τους διαχειριζόταν τα χρήματα τα οποία αυτό αποκόμιζε από την εργασία του. Πράγματι όπως συνομολογούν αμφότεροι οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους δεν προέβησαν σε αποταμίευση των εσόδων τους, αντίθετα αυτοί προκειμένου να ικανοποιήσουν τις καταναλωτικές τους ανάγκες (αγορά πολυτελών αυτοκινήτων, ρούχων, έξοδα διασκέδασης) διέθεταν όσα αποκόμιζαν, λαμβάνοντας επιπλέον καταναλωτικά δάνεια, τούτο όμως υπήρξε κοινή επιλογή και απόφαση αμφοτέρων των συζύγων και δεν οφείλεται στην αιτούσα όπως αβασίμως ισχυρίζεται ο καθ` ου. Στην κρίση αυτή καταλήγει το Δικαστήριο αφενός από το γεγονός ότι ο καθ` ου πολύ πριν το Μάρτιο του έτους 2012 αγόρασε τα ανωτέρω πολυτελή αυτοκίνητα, προβαίνοντας μάλιστα σε λήψη καταναλωτικών δανείων για την αγορά τους, ενώ μέχρι το Μάρτιο του έτους 2012 αυτός συνέχιζε να αποστέλλει με εμβάσματα το σύνολο σχεδόν της μισθοδοσίας του (το έτος 2011 κατέθεσε το συνολικό ποσό των 63.000 ευρώ, (βλ. απόκομμα κίνησης λογαριασμού χρονικού διαστήματος 01.01.2011-3 1.12.2011 του με αριθμό ……………. τραπεζικού λογαριασμού), τον οποίο διαχειριζόταν η σύζυγός του. Αντίθετα η διακοπή της έγγαμης συμβίωσης πιθανολογήθηκε ότι οφείλεται στη σύναψη εξωσυζυγικής σχέσης εκ μέρους του καθ` ου με τρίτο άτομο, τούτο πιθανολογείται από το γεγονός ότι ο καθ` ου σε ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης «FACEBOOK» αναφέρει ότι ευρίσκεται σε σχέση την 18.12.2011, με το σχόλιο «Η KALYTERH MERA STH ΖΟΗ ΜΟΥ» σε συνδυασμό με το γεγονός ότι όπως προκύπτει από το την αναλυτική κατάσταση συναλλαγών του μήνα Μαρτίου 2012 της με αριθμό …………… πιστωτικής κάρτας …………… του καθ` ου, αυτός προέβη την 30.03.2012 (ότε και είχε διασπασθεί η μεταξύ τους έγγαμη συμβίωση) σε αγορά από το κατάστημα γυναικείων εσωρούχων …………… στο Μαρούσι αξίας 192,40 ευρώ και εν συνεχεία από το κατάστημα γυναικείων κοσμημάτων ………….. αξίας 528 ευρώ.

Το ανήλικο τέκνο των διαδίκων είναι ηλικίας 7 ετών και είναι μαθήτρια της πρώτης τάξης του Δημοτικού Σχολείου, διαμένει με τη μητέρα του, η οποία αναλίσκει όλο της το χρόνο στην εκτέλεση των καθηκόντων της, που απορρέουν από την επιμέλεια αυτού, ασχολούμενη με τη φροντίδα και περιποίησή του έχοντας δημιουργήσει ένα ομαλό και ήρεμο οικογενειακό περιβάλλον, που παρέχει όλα τα εχέγγυα για τη σωστή του ανάπτυξη, γεγονός το οποίο δεν αμφισβητεί ο καθ` ου πατέρας. Ενόψει των ανωτέρω το Δικαστήριο κρίνει ότι το πραγματικό συμφέρον του ανηλίκου, όπως καθορίζεται από τις βιοτικές και ψυχικές του ανάγκες, λαμβανομένης υπόψη της παιδικής του ηλικίας αλλά και των καταβαλλομένων φροντίδων της μητέρας του για την ανατροφή του, η οποία την περιβάλλει με αγάπη και μπορεί να ικανοποιεί τις ανάγκες του, επιβάλλει να ανατεθεί η προσωρινή επιμέλεια του ανηλίκου στη μητέρα. Τα αναιτέρω άλλωστε δεν αμφισβητούνται από τον καθ` ου πατέρα, ο οποίος δεν μπορεί εν τοις πράγμασι να ασκήσει την επιμέλεια της ανήλικης κόρης του, λόγω του επαγγέλματός του. Περαιτέρω, το ανήλικο τέκνο του καθ` ου, το οποίο εκπροσωπείται νόμιμα στη δίκη περί της διατροφής από τη μητέρα του, εφόσον αυτή ασκεί την προσωρινή επιμέλεια (άρθρα 1516 παρ. 2 ΑΚ), δεν έχει περιουσία και εισοδήματα από άλλη οποιαδήποτε πηγή, λόγω της ηλικίας του, δεν μπορεί να ασκήσει βιοποριστική εργασία. Αυτό δεν βαρύνεται με δαπάνες στέγασης, καθώς διαμένει μαζί με τη μητέρα του σε ιδιόκτητη κατοικία, ενώ η μητέρα του προσφέρει, τις προσωπικές υπηρεσίες της στην ανατροφή και περιποίησή του, οι οποίες αποτιμώνται στο ποσό των 200 ευρώ μηνιαίως. Το ανήλικο έχει ανάγκη διατροφής, ένδυσης, ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και ψυχαγωγίας. Οι δαπάνες για την ικανοποίηση των αναγκών του, ήτοι της συντήρησής του (διατροφή, ένδυση), της περίθαλψής του και εν γένει φροντίδας της υγείας του, της ψυχαγωγίας και του παραθερισμού, είναι οι συνήθεις που απαιτούνται για ανήλικα τέκνα της ίδιας ηλικίας, επιπλέον φοιτά σε ιδιωτικό σχολείο με απόφαση προφανώς και των δύο γονέων του να φοιτά σε ιδιωτικό σχολείο, του οποίου τα δίδακτρα είναι 5384,52 ευρώ ετησίως. Παράλληλα το ανήλικο τέκνο των διαδίκων παρακολουθείται από ειδικό λογοθεραπευτή λόγω προβλημάτων στην άρθρωση, δαπάνη η οποία ανέρχεται στο εφάπαξ ποσό των 1280 περίπου (2 συνεδρίες/εβδομάδα Χ 40 ευρώ/συνεδρία Χ 4 εβδομάδες/μήνα Χ 4 μήνες), ενώ έχει ασφάλεια ζωης με ετήσιο ασφάλιστρο 1033,01 ευρώ. Λόγω της ανωτέρω απόφασης των γονέων του να παράσχουν στην κόρη τους ένα υψηλό επίπεδο ζωής, το Δικαστήριο κρίνει ότι η ανήλικη πρέπει να συνεχίσει να φοιτά σε ιδιωτικό σχολείο και το επόμενο σχολικό έτος, να διατηρήσει, την ασφάλεια ζωής, ενώ κρίνεται αναγκαία και η παρακολούθηση λογοθεραπείας προς αντιμετώπιση των δυσκολιών της στην άρθρωση. Τις ανάγκες αυτές το ανήλικο τέκνο του καθ` ου δεν είναι σε θέση να τις αντιμετωπίσει με δικές του δυνάμεις και ως εκ τούτου έχει το δικαίωμα διατροφής σε χρήμα κατά μήνα καταβαλλόμενης έναντι του πατέρα του.

Ενόψει των ανωτέρω οικονομικών δυνατοτήτων των γονέων, οι μηνιαίες ανάγκες του ανηλίκου τέκνου, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής του με βάση τις οικονομικές δυνάμεις των γονέων του και ανταποκρίνονται στα απαραίτητα έξοδα για τη διατροφή, ψυχαγωγία, ένδυση, και ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, λόγω ιδίως της ηλικίας του, προσδιορίζονται στο ποσά των 1.100,00 ευρώ. Από το ποσό αυτό ο καθ` ου πρέπει να καταβάλει το ποσό των 900,00 ευρώ κατά το υπόλοιπο ποσό το οποίο απαιτείται για τη διατροφή του συμμετέχει και η αιτούσα μητέρα του, συνεισφέροντας σε αυτό με την προσφορά της εργασίας και απασχόλησης για την περιποίηση, φροντίδα και φύλαξή του, η οποία είναι επίσης αποτιμητή σε χρήμα καθώς και με τις οικονομικές δυνάμεις που διαθέτει. Περαιτέρω η διατροφή της αιτούσας προσδιορίζεται με βάση της ανάγκες της, όπως αυτές προκύπτουν από τις συνθήκες της ζωής της, περιλαμβάνει δε όλα όσα είναι αναγκαία για τη συντήρηση αυτής, την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη και τις άλλες ανάγκες που είχαν διαμορφωθεί κατά τη συζυγική ζωή, λαμβανομένων υπόψη και των συνθηκών που δημιουργήθηκαν μετά τη διακοπή της συμβίωσης, η δε δαπάνη για τη διατροφή της ανέρχεται στο ήμισυ των αναγκών της οικογένειας κατά τη διάρκεια της συμβίωσης, ήτοι (3 000:2-) 1500 ευρώ. Από το ήμισυ του ποσού των οικογενειακών αναγκών αφαιρείται η συνεισφορά αυτού που έχει τη μικρότερη συμμετοχή, ήτοι της αιτούσας, και συγκεκριμένα αφαιρείται το ποσό των [1.500 Χ (1 .200:7.200) =] 250 ευρώ, και εν συνεχεία το ποσό συμμετοχής της στη διατροφή του τέκνου τους [1.100 Χ (1.200:7.200)=] ήτοι 183 ευρώ, και το υπόλοιπο που απομένει, ήτοι 11,500-(250+183)=] 1.067 ευρώ, είναι αυτό που θα απολάμβανε η αιτούσα από το μεγαλύτερο εισόδημα του καθ` ου.

 

 

 

Η ΓΟΝΙΚΗ ΠΑΡΟΧΗ ΤΟΥ ΕΝΟΣ ΣΥΖΥΓΟΥ ΠΡΟΣ ΤΑ ΤΕΚΝΑ ΔΕΝ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΘΕΩΡΗΘΕΙ ΩΣ ΚΑΤΑΔΟΛΙΕΥΣΗ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΑΛΛΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΞΙΩΣΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗΣ ΣΤΑ ΑΠΟΚΤΗΜΑΤΑ

Στην περίπτωση αυτή που έκρινε ο Άρειος Πάγος, ο σύζυγος  να συνυπολογισθεί στην κατά τον χρόνο της αμετάκλητης λύσης του γάμου των διαδίκων (1-8-2001) αύξηση της περιουσίας της αναιρεσίβλητης και η αναφερόμενη αξία της ψιλής κυριότητας της επί της οδού …αρ. ., στον Δήμο … , οικοδομής, την οποία (οικοδομή) ανήγειραν οι διάδικοι κατά τη διάρκεια του γάμου τους επί οικοπέδου της αναιρεσίβλητης και της οποίας την ψιλή κυριότητα μεταβίβασε η αναιρεσίβλητη λόγω γονικής παροχής στα τέκνα των διαδίκων με το νομίμως μεταγεγραμμένο υπ` αριθμ. …/2000 συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Παναγ. Μιχαηλίδη και με σκοπό να βλάψει τον αναιρεσείοντα (καταδολιευτική μεταβίβαση, άρθρ. 939 επ. του ΑΚ).

Ο σύζυγος υποστήριξε ότι εφόσον η καταδολιευτική κατ` αυτόν, γονική παροχή έγινε μετά τη συμπλήρωση τριετίας (Μάιος 1998) από την έναρξη της διάστασης των διαδίκων (Μάιος 1995), οπότε ο ίδιος είχε γεγεννημένη αξίωση στα αποκτήματα της αναιρεσίβλητης (άρθρ. 1400 παρ. 2 του ΑΚ), ανεξαρτήτως του ότι άσκησε την αγωγή του μεταγενεστέρως, μετά δηλαδή την αμετάκλητη λύση του γάμου των διαδίκων.

Το Δικαστήριο απέριψε γιά νομικούς λόγους ως παράνομο το αίτημα του συζύγου να διαρρηχθεί η γονική παροχή.