ΠΡΟΓΑΜΙΑΙΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ

Προγαμιαία συμβόλαια

Με τον όρο προγαμιαία συμβόλαια εννοούμε τις συμφωνίες που οι μελλοντικοί σύζυγοι κάνουν πριν από το γάμο για να ρυθμίσουν τις περιουσιακές τους σχέσεις μετά το γάμο.
Αν οι σύζυγοι δεν κάνουν κάποια σχετική συμφωνία πριν από το γάμο τότε ισχύει η αρχή της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων που καθιερώνεται από το άρθρο 1397 του Αστικού Κώδικα. Ελλείψει λοιπόν περιουσιακού συμβολαίου ή προγαμιαίου συμφώνου, όπως μερικές φορές λέγεται, μετά το γάμο οι περιουσίες των συζύγων παραμένουν χωριστές και δεν συγχωνεύονται ή ενώνονται εκ μόνου του γεγονότος του γάμου. Ως εκ τούτου, προστατεύεται η οικονομική ανεξαρτησία του κάθε συζύγου.
Στην πράξη όμως αυτό πολλές φορές είναι θεωρητικό εφόσον οι σύζυγοι κατά τη διάρκεια του γάμου συνεισφέρουν ο ένας στην περιουσία του άλλου με πολλούς τρόπους. Η συνεισφορά μπορεί να είναι είτε επειδή ο ένας σύζυγος βοηθάει στην εργασία των άλλων με οποιονδήποτε τρόπο είτε απλώς και μόνο επειδή μέσα στο γάμο αναλαμβάνει περισσότερα βάρη απ’ όσα είναι υποχρεωμένος βάσει νόμου να αναλάβει. Π.χ. ενώ οι φροντίδες του γάμου και του κοινού οίκου πρέπει να μοιράζονται ανάμεσα στους δύο συζύγους, ήτοι να υπάρχει κατανομή των απαραίτητων εργασιών, όπως καθαριότητα, μαγείρεμα, φροντίδα των παιδιών κλπ., ο ένας από τους δύο συζύγους αναλαμβάνει το 100% των εν λόγω εργασιών, χωρίς την παραμικρή βοήθεια από τον άλλον, ο οποίος αφήνεται απερίσπαστος στο να εργάζεται και να αυξάνει την περιουσία του.
Όταν, λοιπόν, δεν υπάρχει προγαμιαίο σύμφωνο ή προγαμιαίο συμβόλαιο, τότε παρότι οι σύζυγοι εξακολουθούν να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι και να μην εμπλέκονται οι περιουσίες τους, έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν από τον άλλο σύζυγο μέρος της περιουσίας που έχει αυτός αποκτήσει μετά το γάμο εφόσον έχει συνεισφέρει στην αύξηση αυτής της περιουσίας. Σε άλλες χώρες, η νομοθεσία προβλέπει ότι μετά το γάμο οι περιουσίες των συζύγων αναμειγνύονται κι αποτελούν μία ενιαία περιουσία. Σε αυτές τις χώρες, η υπογραφή προγαμιαίου συμβολαίου ή προγαμιαίου συμφώνου είναι απολύτως απαραίτητη προκειμένου να διαφυλαχθεί το χωριστό της περιουσίας του κάθε συζύγου και η αυτοτέλεια αυτής. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ελλείψει προγαμιαίου συμβολαίου ή προγαμιαίου συμφώνου, ο νόμος ορίζει την αυτοτέλεια των περιουσιών των συζύγων.
Για περισσότερες λεπτομέρειες στο θέμα της συμμετοχής στα αποκτήματα μπορείτε να δείτε το σχετικό άρθρο στον ιστότοπό μας με τις συμβουλές των δικηγόρων μας που έχουν μεγάλη εμπειρία σε διαζύγια και θέματα οικογενειακού δικαίου.
Ενδιαφέρον είναι ότι στην Ελλάδα με προγαμιαίο συμβόλαιο ή ακόμα και μετά το γάμο και κατά τη διάρκειά του οι σύζυγοι μπορούν να επιλέξουν αντί της αυτοτέλειας των περιουσιών τους την κοινοκτημοσύνη. Σύμφωνα με το νόμο, η κοινοκτημοσύνη των συζύγων σημαίνει ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία αυτόματα θα ανήκουν και στους δύο κατ’ ίσα μέρη χωρίς δικαίωμα διάθεσης από τον καθένα τους του ιδανικού μεριδίου που έχει. Τέτοια προγαμιαία συμφωνία ή προγαμιαίο συμβόλαιο πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να καταχωριστεί σε ειδικό βιβλίο που τηρείται γι’ αυτό το σκοπό. Για να επέλθει η κοινωνία δικαιώματος στα περιουσιακά στοιχεία των συζύγων που επιλέγουν την κοινοκτημοσύνη θα πρέπει να γίνουν και οι αντίστοιχες δικαιοπραξίες, παραδείγματος χάριν αν ένα ακίνητο ανήκει στον ένα σύζυγο κι επιλεχθεί το σύστημα της κοινοκτημοσύνης θα πρέπει να γίνει και συμβόλαιο με το οποίο ο σύζυγος που έχει το ακίνητο θα μεταβιβάζει το ½ εξ αδιαιρέτου στον άλλο σύζυγο. Σημαντικό είναι ότι το προγαμιαίο συμβόλαιο με το οποίο επιλέγεται το σύστημα της κοινοκτημοσύνης καταλαμβάνει και τη μέλλουσα περιουσία των συζύγων.
Οι δικηγόροι του γραφείου μας με τη μεγάλη τους εμπειρία σε θέματα οικογενειακού δικαίου και διαζυγίων μπορούν να σας ενημερώσουν για το πότε είναι συμφέρον και ορθό να καταρτίζεται προγαμιαίο συμβόλαιο και πότε όχι, καθώς και να αναλάβουν τη σύνταξη προγαμιαίου συμβολαίου σύμφωνα με τις επιθυμίες σας ώστε να υπάρχει μία δίκαιη ρύθμιση που να σας καλύπτει.

ΑΚΥΡΟΣ Ή ΑΝΥΠΟΣΤΑΤΟΣ ΓΑΜΟΣ

Πρόσφατα δημοσιεύθηκε στον Τύπο η περίπτωση πολλών θρησκευτικών γάμων που έγιναν σε γνωστό κτήμα στην Βαρυπόμπη και βρέθηκαν προβληματικοί επειδή οι ιερείς που τους τέλεσαν είχαν καθαιρεθεί ή ήταν ιερείς που δεν αναγνωριζόντουσαν ως έχοντες εξουσία τέλεσης γάμου από την ανατολική ορθόδοξη εκκλησία.  

Οι συνέπειες σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ιδιαίτερα σοβαρές. Αν ο γάμος κριθεί ανυπόστατος τότε υπάρχουν προβλήματα οικογενειακά, κληρονομικά, φορολογικά.  

Σύμφωνα με το άρθρο 1368 Αστικού Κώδικα, ο θρησκευτικός γάμος τελείται με ιερολογία από ιερέα της ανατολικής ορθόδοξης εκκλησίας ή από λειτουργό άλλου δόγματος ή θρησκεύματος γνωστού στην Ελλάδα σύμφωνα με το τυπικό και τους κανόνες της εκκλησίας εφόσον αυτοί οι κανόνες δεν αντίκεινται στην Ελληνική έννομη τάξη.  

Στην προκειμένη περίπτωση υπήρξε πρόβλημα στην ιερολογία εφόσον όπως αποδείχθηκε εκ των υστέρων ο ιερέας που τέλεσε τους γάμους δεν αναγνωριζόταν ως ιερέας από την Ελληνική Ορθόδοξη εκκλησία.  

Προκειμένου να θεωρηθεί ότι η τέλεση του γάμου έχει πρόβλημα θα πρέπει το ελάττωμα της θρησκευτικής τελετής να είναι ιδιαίτερα σοβαρό.  

Η νομολογία έχει κρίνει ότι αν ο ιερέας ήταν απλώς τιμωρημένος ή σε αργία αλλά δεν είχε αποβληθεί της ιεροσύνης του τότε ο γάμος είναι έγκυρος. Επίσης αν ο ιερέας ήταν παλαιοημερολογίτης και τέλεσε τον γάμο κατά το τυπικό της ανατολικής ορθοδόξου εκκλησίας και πάλι ο γάμος έχει κριθεί ως έγκυρος.  

Όμως αν ο ιερέας δεν είχε χειροτονηθεί ποτέ ( δηλαδή ήταν ψεύτικος ιερέας ) ή είχε καθαιρεθεί ή δεν είχε δικαίωμα να τελεί γάμους  π.χ. επειδή ήταν απλός διάκονος που δεν είχε την ικανότητα τέλεσης μυστηρίων και όχι επίσκοπος ή πρεσβύτερος τότε ο γάμος είναι ανυπόστατος. 

Καταρχάς να διευκρινίσουμε τι σημαίνει ανυπόστατος γάμος. Όταν ο γάμος είναι ανυπόστατος τότε δεν παράγει καμία έννομη συνέπεια είναι δηλαδή σαν να μην έλαβε χώρα ποτέ.  

Όταν αντίθετα ο γάμος δεν είναι ανυπόστατος αλλά άκυρος ή ακυρώσιμος τότε παράγει όλα τα έννομα αποτελέσματα μέχρι να ακυρωθεί με δικαστική απόφαση.  

Αν ο γάμος κριθεί ανυπόστατος τότε θεωρείται ως αν δεν έγινε ποτέ και δεν χρειάζεται να βεβαιωθεί αυτό από κάποια δικαστική απόφαση.  

Οι συνέπειες ενός ανυπόστατου γάμου ή ενός γάμου που ακυρώνεται με δικαστική απόφαση ενεργούν σε πολλά επίπεδα.  

Πρώτη επίπτωση είναι ότι τα παιδιά που έχουν γεννηθεί από έναν τέτοιο γάμο θεωρούνται παιδιά εκτός γάμου. Αυτό έχει ως επακόλουθο ότι δεν έχουν δικαίωμα διατροφής από τον πατέρα ούτε κληρονομικά δικαιώματα έναντι αυτού εκτός αν τα αναγνωρίσει ως τέκνα του εκ των υστέρων είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με δικαστική απόφαση.  

Δεύτερη επίπτωση είναι ότι οι σύζυγοι δεν θεωρούνται σύζυγοι και δεν έχουν ο ένας έναντι του άλλου δικαίωμα και υποχρέωση διατροφής και συμβίωσης ούτε κληρονομεί ο ένας σύζυγος τον άλλο σε περίπτωση θανάτου. Επίσης αν η περιουσία του ενός συζύγου έχει αυξηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου ο άλλος σύζυγος δεν έχει αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα αυτά κατά το άρθρο 1400 Αστικού Κώδικα.  

Τρίτη επίπτωση είναι ότι προκύπτουν και φορολογικά θέματα. Παραδείγματος χάριν στην περίπτωση ανυπόστατου γάμου ή ακυρωμένου με δικαστική απόφαση γάμου οι δύο σύζυγοι δεν έχουν δικαίωμα να αγοράσουν από κοινού ακίνητο με απαλλαγή πρώτης κατοικίας ή άλλα φορολογικά πλεονεκτήματα που δίνονται στους έγγαμους.  

Τέταρτη επίπτωση είναι ότι δεν δικαιούνται τα επιδόματα που προβλέπει για τους έγγαμους η εργατική νομοθεσία όπως επίδομα γάμου, γονικές άδειες για τον πατέρα κλπ.  

Αν κάποιος αντιμετωπίσει τέτοιο πρόβλημα θα πρέπει πρώτα από όλα να επικοινωνήσει με την Μητρόπολη για να διευκρινίσει τι ακριβώς θεωρεί η Εκκλησία ως πρόβλημα και να ζητήσει έγγραφο από την Μητρόπολη που να εξηγεί το θέμα. Μετά θα πρέπει να συμβουλευθεί έναν εξειδικευμένο δικηγόρο οικογενειακού δικαίου για να βρει τα επόμενα βήματα.  

Πιθανόν να χρειαστεί να γίνει αναγνώριση των τέκνων ή και επανάληψη του μυστηρίου ώστε να ισχυροποιηθεί νομικά ο γάμος.  

Το δικηγορικό μας γραφείο και ο διαχειριστής αυτού Στέφανος Οικονόμου μπορεί να σας συμβουλεύσει για κάθε σχετικό θέμα αν έχετε λόγους να αμφιβάλλετε για την εγκυρότητα του γάμου σας.  

 

ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΣΥΖΥΓΟΥ ΜΕΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΚΟΠΗ ΤΗΣ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΤΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ

Ένα από τα συχνά ερωτήματα που αντιμετωπίζουν οι δικηγόροι διαζυγίων του γραφείου μας είναι αν η σύζυγος δικαιούται διατροφή μετά την διακοπή της συμβίωσης ή και μετά τη λύση του γάμου.

Η απάντηση είναι ότι υπάρχουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για να επιδικάσει το Δικαστήριο διατροφή σε σύζυγο μετά τη λύση του γάμου.

Συγκεκριμένα το άρθρο 1391 ΑΚ προβλέπει ότι: < Αν  ο  σύζυγος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία, η διατροφή, που του οφείλεται από τον  άλλο,  πληρώνεται  σε  χρήμα  και προκαταβάλλεται κάθε μήνα. Η  υποχρέωση  διατροφής της προηγούμενης παραγράφου παύει ή το ποσό της αυξάνεται ή μειώνεται, όταν το επιβάλλουν οι περιστάσεις.>>

Η διάταξη αυτή εφαρμόζεται στην περίπτωση που ο γάμος δεν έχει λυθεί ακόμα  αλλά ο ένας σύζυγος διέκοψε την έγγαμη συμβίωση για εύλογη αιτία δηλαδή για πταίσμα του άλλου συζύγου όπως παραδείγματος χάριν η ενδοοικογενειακή βία ή η μοιχεία ή η εγκατάλειψη της οικογενειακής στέγης. Σε αυτές τις περιπτώσεις και μέχρι τη λύση του γάμου, ο ανυπαίτιος σύζυγος δύναται να ζητήσει διατροφή από τον υπαίτιο.

Από τη στιγμή που ο γάμος λυθεί, τότε διατροφή από τον πρώην ή την πρώην σύζυγο, μπορεί να ζητηθεί   με το άρθρο 1442 του Αστικού Κώδικα που προβλέπει τα εξής:

<< Εφόσον   ο   ένας  από  τους  πρώην  συζύγους  δεν  μπορεί  να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή από την  περιουσία  του,  δικαιούται  να  ζητήσει  διατροφή  από τον άλλον: 1. αν κατά την έκδοση του διαζυγίου  ή  κατά  το  τέλος  των  χρονικών  περιόδων  που προβλέπονται  στις  επόμενες  περιπτώσεις  βρίσκεται  σε  ηλικία  ή σε κατάσταση υγείας που δεν επιτρέπει  να  αναγκαστεί  να  αρχίσει  ή  να συνεχίσει  την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος, ώστε να εξασφαλίζει απ`αυτό τη διατροφή του, 2. αν έχει την επιμέλεια ανήλικου τέκνου και γι` αυτό το λόγο εμποδίζεται στην άσκηση κατάλληλου  επαγγέλματος,  3.  Αν δεν   βρίσκει   σταθερή   κατάλληλη   εργασία   ή   χρειάζεται  κάποια επαγγελματική εκπαίδευση,  και  στις  δύο  όμως  περιπτώσεις  για  ένα διάστημα που δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία χρόνια από την έκδοση του διαζυγίου, 4.  σε κάθε άλλη περίπτωση, όπου η επιδίκαση διατροφής κατά την έκδοση του διαζυγίου επιβάλλεται από λόγους επιείκειας.>>

Η διαφορά στις δύο περιπτώσεις είναι ότι μετά την διακοπή της έγγαμης συμβίωσης και μέχρι τη λύση του γάμου, η σύζυγος δικαιούται διατροφής χωρίς να είναι ανάγκη να έχει αδυναμία διατροφής για την ίδια. Όμως μετά την έκδοση του διαζυγίου για να τύχει διατροφής η σύζυγος θα πρέπει αυτή η διατροφή να

δικαιολογείται από λόγους κοινωνικούς ώστε ο πρώην σύζυγος να μη μένει αβοήθητος, όταν δε μπορεί με τα εισοδήματα, την περιουσία του ή το δυνάμενο να ασκηθεί από αυτόν επάγγελμα, να καλύψει τις ανάγκες διατροφής του, όπως αυτές προκύπτουν από τις μετά   το διαζύγιο   συνθήκες   της   ζωής του.

 

Συνεπώς, βασικές γενικές προϋποθέσεις για τη γέννηση του δικαιώματος διατροφής διαζευγμένου συζύγου είναι αφενός η ευπορία του υπόχρεου  και αφετέρου η απορία του δικαιούχου. Ως απορία του δικαιούχου νοείται η αδυναμία του να εξασφαλίσει τη διατροφή του από τα εισοδήματά του ή την περιουσία του, ευπορία δε του υποχρέου δεν σημαίνει κάποιο ιδιαίτερο πλούτο αυτού, αλλά τη δυνατότητά του να παράσχει στο δικαιούχο πρώην σύζυγο διατροφή, χωρίς να θέσει σε κίνδυνο τη δική του διατροφή (ΑΠ 1921/2009 Α΄δημοσίευση ΤΝΠ Νόμος)

Εφόσον λοιπόν συντρέχουν οι ανωτέρω γενικές προϋποθέσεις της απορίας του δικαιούχου και της ευπορίας του υπόχρεου, τότε γεννάται η αξίωση διατροφής, εφόσον συντρέχουν και λοιπές προϋποθέσεις που απαιτεί ο νόμος και αναλύονται παρακάτω.

Εάν ο άπορος δικαιούχος της διατροφής είναι σε ηλικία τέτοια ή σε κατάσταση υγείας τέτοια που δεν του επιτρέπεται να αρχίσει ή να διατηρήσει την άσκηση κατάλληλου επαγγέλματος τότε έχει δικαίωμα να ζητήσει διατροφή από τον άλλον εύπορο σύζυγο. Δεν υπάρχει μία γενική και συγκεκριμένη απάντηση στο ποια είναι αυτή η ηλικία που κάποιος δεν δύναται να αρχίσει ή να διατηρήσει την άσκηση ενός επαγγέλματος ή στο πόσο κακή πρέπει να είναι η κατάσταση της υγείας του δικαιούχου για να θεωρηθεί αυτός ανήμπορος αλλά τα όρια ερευνώνται και εξειδικεύονται κατά περίπτωση δεδομένων των ιδιαίτερων συνθηκών και χαρακτηριστικών της κάθε περίπτωσης. Διευκρινίζεται ωστόσο πως όταν ο νόμος αναφέρεται στην κατάσταση της υγείας του δικαιούχου εννοεί και την σωματική και την ψυχική του υγεία.

Επίσης, εάν ένας από τους δύο συζύγους έχει αναλάβει εξ ολοκλήρου την επιμέλεια των τέκνων και αυτό τον εμποδίζει από το να βρει εργασία, τότε δικαιούται να ζητήσει διατροφή συζύγου από τον άλλον σύζυγο και μετά τη λύση του γάμου. Κρίσιμα στοιχεία για το αν πράγματι ο δικαιούχος αδυνατεί να βρει εργασία λόγω της συνεχούς απασχόλησης με τα τέκνα είναι ενδεικτικά ο αριθμός των τέκνων, η ηλικία, η ύπαρξη δυνατότητας βοήθειας από κάποιο τρίτο πρόσωπο κ.ο.κ.

Εν συνεχεία, αν ο άπορος σύζυγος δεν πληροί καμία από τις ως άνω προϋποθέσεις και παρ’ όλα αυτά αδυνατεί να εξεύρει εργασία για αντικειμενικούς λόγους (π.χ. κατάσταση στην αγορά εργασίας ή επειδή ο ίδιος δεν έχει καμία επαγγελματική εκπαίδευση) τότε έχει δικαίωμα να ζητήσει διατροφή από τον εύπορο σύζυγο και μετά τη λύση του γάμου, όμως σε αυτήν την περίπτωση η παροχή διατροφής στον σύζυγο είναι χρονικά περιορισμένη και σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να ξεπεράσει τα τρία έτη μετά την αμετάκλητη λύση του γάμου.

Τέλος, σε περίπτωση που η αξίωση διατροφής του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να θεμελιωθεί σε κανέναν από τους παραπάνω λόγους αλλά παρ’ όλα αυτά κάποιος δεν δύναται να εργαστεί και, εφόσον αυτό επιβάλλεται από λόγους επιείκειας, τότε αυτός δύναται να απαιτήσει την καταβολή διατροφής για τον ίδιο.  Αυτή η τελευταία περίπτωση του άρθρου 1442 ΑΚ αφορά <<ακραίες περιπτώσεις>> και για αυτόν το λόγο θα πρέπει να ερμηνεύεται στενά. Διευκρινίζεται επίσης πως η ύπαρξη των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών που δικαιολογούν την επιδίκαση διατροφή, σε αυτήν την περίπτωση,  θα πρέπει να υφίστανται κατά το χρόνο έκδοσης του διαζυγίου(υποστηρίζεται ωστόσο και η αντίθετη άποψη).

Το δικηγορικό γραφείο Στέφανος Οικονόμου και Συνεργάτες και οι εξειδικευμένοι στο οικογενειακό δίκαιο δικηγόροι μας σας περιμένουν στα γραφεία μας στο Κολωνάκι και στη Γλυφάδα για να σας βοηθήσουν με οποιοδήποτε θέμα οικογενειακού δικαίου σας απασχολεί όπως το θέμα της διατροφής συζύγου μετά το γάμο.

 

ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΕΝΔΟΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΒΙΑΣ

Το δικηγορικό μας γραφείο έχει αντιμετωπίσει με υπευθυνότητα, συνέπεια και επιτυχία  υποθέσεις ενδοοικογενειακής βίας και έχει μακροχρόνια εμπειρία στην παροχή νομικών υπηρεσιών για την διαφύλαξη των συμφερόντων του πελάτη μας, είτε αυτός είναι θύμα ενδοοικογενειακής βίας είτε κατηγορούμενος ως δράστης άσκησης ενδοοικογενειακής βίας. Οι δικηγόροι του γραφείου μας, έχοντας άρτια επιστημονική κατάρτιση και παρακολουθώντας όλες τις τρέχουσες αλλαγές σε νομικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο, παρέχουν πλήρη νομική υποστήριξη με μεθοδικότητα, ευελιξία, αξιοπιστία και ταχύτητα, πάντοτε με γνώμονα την αποτελεσματική και άρτια προάσπιση των συμφερόντων και δικαιωμάτων του κάθε πελάτη μας, όχι μόνο στις αίθουσες των δικαστηρίων αλλά και εκτός, μέσω ενημέρωσης του πελάτη και υπόδειξης της πιο πρόσφορης οδού ή στρατηγικής για την ευδοκίμηση των επιδιώξεών του και την ορθή εφαρμογή του νόμου για την απονομή δικαιοσύνης.

  1. 1. Το πρόβλημα της ενδοοικογενειακής βίας

H ενδοοικογενειακή βία περιλαμβάνει την άσκηση κάθε είδους βίας ή κακοποίησης (σωματικής, σεξουαλικής,  ψυχολογικής, συναισθηματικής) που ασκείται σε βάρος του θύματος. Προστατευόμενα πρόσωπα είναι οι σύζυγοι, οι γονείς και οι συγγενείς α΄ και β΄ βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους, οι συγγενείς εξ αίματος και εξ αγχιστείας μέχρι δ΄ βαθμού, οι ανάδοχοι γονείς, οι δικαστικοί παραστάτες εφόσον συνοικούν, καθώς επίσης κάθε ανήλικο πρόσωπο που συνοικεί με την οικογένεια. Επίσης προστατεύονται οι μόνιμοι σύντροφοι και τα τέκνα τους εφόσον αυτά συνοικούν, καθώς και οι τέως σύζυγοι.  Το φαινόμενο συνδέεται με την τέλεση επιθετικών και εξαναγκαστικών συμπεριφορών και σημαντικό είναι πως η βία δεν απαιτείται να είναι μόνο σωματική για να διωχθεί ο θύτης (αν και είναι πιο εύκολο να διαγνωσθεί), αλλά ο όρος βία με την ευρεία ερμηνεία του  περιλαμβάνει την απειλή, την εξύβριση, την λεκτική ή ψυχολογική βία, την προσβολή της γενετήσιας ελευθερίας (βιασμός και μέσα στον γάμο) και της προσωπικότητας εν γένει, τον φυσικό περιορισμό (εξαναγκασμό σε απομόνωση), την οικονομική βία (στέρηση των απαιτούμενων οικονομικών πόρων για την αξιοπρεπή διαβίωση του θύματος), συμπεριφορές με την μορφή παραμέλησης (έλλειψη φροντίδας, στέρηση ιατρικής περίθαλψης ή εκπαίδευσης), την παρακώλυση απονομής δικαιοσύνης και γενικά κάθε συμπεριφορά που προκαλεί φόβο/τρόμο/ανησυχία και στοχεύει στη γενικότερη απαξίωση της προσωπικότητας (υποτιμητική κρίση, κλονισμό αυτοεκτίμησης κ.α.).

  1. 2. Νομικές διατάξεις – Νομική αντιμετώπιση ενδοοικογενειακής βίας

Η ενδοοικογενειακή βία αναγνωρίζεται στη χώρα μας ως έγκλημα/ποινικό αδίκημα  και τιμωρείται από τις διατάξεις ειδικού νόμου (Ν. 3500/2006), στον οποίον ορίζεται ρητά ότι η άσκηση βίας κάθε μορφής μεταξύ των μελών της οικογένειας απαγορεύεται.

  • Τα ποινικά αδικήματα της ενδοοικογενειακής βίας διακρίνονται σε πλημμελήματα (π.χ. ενδοοικογενειακή απλή σωματική βλάβη και εντελώς ελαφριά σωματική βλάβη που προκαλείται από συνεχή συμπεριφορά, ενδοοικογενειακή απειλή κ.α.) και κακουργήματα (βιασμός εντός του γάμου, ενδοοικογενειακή βαριά σωματική βλάβη με επιβαρυντική περίσταση αν ο υπαίτιος επεδίωκε ή γνώριζε και αποδέχθηκε το αποτέλεσμα της  πράξης του, κατάχρηση ανηλίκου σε ασέλγεια κ.α.).

Ορισμένα από τα εγκλήματα ενδοοικογενειακής βίας (ενδοοικογενειακή σωματική βλάβη, παράνομη βία και απειλή, προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας, παρακώλυση απονομής δικαιοσύνης) διώκονται αυτεπαγγέλτως, που σημαίνει υποχρεωτικά, άλλως δεν είναι απαραίτητη η μήνυση από την πλευρά του θύματος για να ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του δράστη.

  • Ως προς τις προβλεπόμενες εκ του νόμου ποινές ενδεικτικά αναφέρουμε ότι:

-η πρόκληση σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας ή εντελώς ελαφράς σωματικής κάκωσης ή βλάβης της υγείας μετά από συνεχή συμπεριφορά τιμωρείται με ποινή φυλάκισης από 1 έως 5 έτη

-αν από την πράξη προκλήθηκε κίνδυνος για τη ζωή του θύματος ή βαριά σωματική βλάβη, προβλέπεται ποινή φυλάκισης από 2 έως 5 έτη

-αν επακολουθήσει βαριά σωματική ή διανοητική πάθηση το έγκλημα τιμωρείται με κάθειρξη από 5 έως 10 έτη.

Ιδιαίτερα αυξημένη προστασία παρέχεται στην έγκυο και στο ανήλικο μέλος της οικογένειας αλλά και σε κάθε άλλο μέλος της, το οποίο αδυνατεί για οποιονδήποτε λόγο να  αντισταθεί στην ενδοοικογενειακή βία που ασκείται εις βάρος του.

  • Οι δικηγόροι του γραφείου μας συνδράμουν και εκπροσωπούν το θύμα ενδοοικογενειακής βίας, που έχει τις εξής νομικές δυνατότητες:

α/ αφού καταγγείλει το συμβάν ώστε να καταγραφεί από το αρμόδιο αστυνομικό όργανο, να προχωρήσει μέσω των δικηγόρων του γραφείου μας στην σύνταξη και υποβολή εγκλήσεως/μηνύσεως προκειμένου να ασκηθεί ποινική δίωξη στο θύτη ώστε αυτός να καταδικασθεί με τις προβλεπόμενες εκ του νόμου ποινές. Επισημαίνεται ότι για την υποβολή μηνύσεως δεν απαιτείται κατάθεση παραβόλου (όπως για τις μηνύσεις άλλων εγκλημάτων).

β/ να εγκαταλείψει την κοινή στέγη, αφού όμως πρώτα κοινοποιήσει στον δράστη  εξώδικη δήλωση, η οποία θα συνταχθεί με την συνδρομή των δικηγόρων του γραφείου μας, στην οποία να περιγράφει όλο το ιστορικό βίας μέσα στην οικογένεια και τους λόγους που εξαναγκάζουν το θύμα να φύγει από την οικογενειακή στέγη. Η εξώδικη δήλωση λαμβάνεται υπόψη κατά την διαδικασία ενώπιον των δικαστηρίων, ιδίως αν δεν έχει προηγηθεί άλλη νομική ενέργεια από την πλευρά του θύματος (π.χ. μήνυση).

γ/ να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια, εκπροσωπούμενο από τους δικηγόρους του γραφείου μας, και με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων και με την έκδοση προσωρινής διαταγής να ζητήσει την απομάκρυνση του δράστη από την κοινή στέγη (την μετοίκησή του), την απαγόρευση να πλησιάζει σε αυτή, όπως και στο χώρο εργασίας του θύματος, τις κατοικίες στενών συγγενών, τα σχολεία των παιδιών και τους ξενώνες φιλοξενίας και γενικότερα να απαγορευτεί η επαφή του δράστη με το θύμα μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Επίσης μπορεί με την ίδια διαδικασία το θύμα να ζητά να του παραδοθούν όσα του ανήκουν (οικοσυσκευή) καθώς επίσης τη ρύθμιση επιμέλειας ανηλίκων τέκνων, διατροφή, προσωπική επικοινωνία με τέκνα κλπ.

γ/ να ασκήσει αγωγή ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, η οποία θα συνταχθεί από τους δικηγόρους του γραφείου μας, διεκδικώντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, η οποία ειδικά στις περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας δεν μπορεί να είναι κατώτερη των 1.000 ευρώ (εκτός αν ο παθών επιθυμεί να ζητήσει μικρότερο ποσό).

  • Οι δικηγόροι του γραφείου μας συνδράμουν και εκπροσωπούν τον κατηγορούμενο ως δράστη ενδοοικογενειακής βίας, ο οποίος έχει τις εξής νομικές δυνατότητες:

–          Να ζητήσει νομικές συμβουλές από τους δικηγόρους του γραφείου μας για την προβολή των στοιχείων υπεράσπισής του με σκοπό την απαλλαγή από τις αποδιδόμενες κατηγορίες.

–          Να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια, εκπροσωπούμενος από τους δικηγόρους του γραφείου μας και να ασκήσει αγωγή που θα συνταχθεί από δικηγόρο διεκδικώντας χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (προσβολής της προσωπικότητάς του).

–          Να προσφύγει στα πολιτικά δικαστήρια και με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, εκπροσωπούμενος από τους δικηγόρους του γραφείου μας, να ζητήσει να αρθεί η προσβολή (εφόσον συντρέχει επείγουσα περίπτωση και επικείμενος κίνδυνος).

 

Σε κάθε περίπτωση μη διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας αν αντιμετωπίζετε πρόβλημα ενδοοικογενειακής βίας. 

ΟΝΟΜΑΤΟΔΟΣΙΑ ΤΕΚΝΟΥ

Πολλές φορές τα προβλήματα στο γάμο και η διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης δημιουργούν και απρόσμενα προβλήματα.

Τυχαίνει πολλές φορές το ζευγάρι να βρεθεί σε διάσταση πριν προλάβει να βαφτίσει το τέκνο του. Σε αυτές τις περιπτώσεις, το τεταμένο κλίμα στις σχέσεις του ζευγαριού συνήθως δημιουργεί διαφωνία και ως προς το ποιο όνομα θα πάρει το παιδί με άμεση συνέπεια να μην προχωρούν οι γονείς στην βάφτιση και στην ονοματοδοσία του τέκνου.

Θα πρέπει εξ αρχής να διευκρινισθεί ότι η βάφτιση είναι μυστήριο της εκκλησίας το οποίο στην καθημερινή μας ζωή συνδέουμε με την ονοματοδοσία του παιδιού αλλά από νομική άποψη δεν είναι έτσι. Η ονοματοδοσία τέκνου δηλαδή το ποιο όνομα θα πάρει το παιδί δεν έχει σχέση νομικά με την βάφτιση αυτού.

Τι γίνεται όμως στην περίπτωση που οι γονείς διαφωνούν μεταξύ τους για το όνομα του παιδιού;

Όπως και σε όλες τις περιπτώσεις που υπάρχει διαφωνία την λύση θα την  δώσει το Δικαστήριο.

Πολλές φορές ο γονέας που έχει την επιμέλεια του τέκνου δηλαδή συνήθως η μητέρα θεωρεί ότι η ανάθεση της επιμέλειας σε αυτήν της δίνει το δικαίωμα να αποφασίσει για το όνομα του παιδιού. Όμως όπως έχει κριθεί νομολογιακά το θέμα της ονοματοδοσίας του τέκνου βρίσκεται στο σκληρό πυρήνα της γονικής μέριμνας αυτού και άρα δεν μπορεί να αποφασιστεί μονομερώς από τον γονέα που έχει την επιμέλεια αλλά και από τους δύο γονείς που κατά κανόνα έχουν και ασκούν την γονική μέριμνα αυτού.

 Κατά την ορθότερη άποψη η λύση της διαφοράς απαιτεί τακτική αγωγή και δεν δύναται να γίνει με ασφαλιστικά μέτρα εφόσον η ονοματοδοσία δεν μπορεί να γίνει προσωρινά εφόσον  το όνομα θα ακολουθεί το παιδί για όλη του τη ζωή. 

Όπως έχει δεχθεί η νομολογία, ο καθορισμός  του ονόματος του τέκνου από το Δικαστήριο δεν είναι δυνατόν να είναι αντικείμενο ασφαλιστικών μέτρων επειδή οδηγεί στην πλήρη ικανοποίηση του δικαιώματος και δημιουργεί αμετάκλητη κατάσταση για το ζήτημα αυτό που καθιστά άνευ αντικειμένου την άσκηση της σχετικής τακτικής αγωγής. 

Ως εκ τούτου μόνη οδός απομένει η άσκηση τακτικής αγωγής που θα λύσει την διαφωνία των γονέων σχετικά με την άσκηση της γονικής μέριμνας.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ ΚΥΟΦΟΡΟΥΜΕΝΟΥ

Όταν ένα παιδί γεννηθεί χωρίς οι γονείς του να έχουν τελέσει γάμο τίθεται θέμα για το ποιος είναι ο πατέρας του παιδιού. Ο νόμος προβλέπει ρητά στο άρθρο 1475 του Αστικού Κώδικα ότι ο ο πατέρας μπορεί να αναγνωρίσει ως δικό του το τέκνο που γεννήθηκε χωρίς γάμο, εφόσον συναινεί σ` αυτό και η μητέρα με συμβολαιογραφικό έγγραφο.

Το ερώτημα που τίθεται μερικές φορές στην πράξη είναι αν η αναγνώριση μπορεί να γίνει πριν από τη γέννηση του παιδιού δηλαδή όσο ακόμα αυτό είναι κυοφορούμενο.

Επί του θέματος υπάρχουν δύο απόψεις. Η μία υποστηρίζει ότι από την γραμματική ερμηνεία του ανωτέρω άρθρου του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι για να αναγνωριστεί ένα τέκνο θα πρέπει να έχει ήδη γεννηθεί οπότε αποκλείεται η αναγνώριση κυοφορούμενου τέκνου.

Όμως αυτή η αυστηρή άποψη δημιουργεί προβλήματα σε ένα ζευγάρι που θέλει να κάνει ένα παιδί και δεν επιθυμεί να γεννηθεί το παιδί ως <<αγνώστου πατρός >>. Για αυτό τον λόγο πρέπει να γίνει δεκτό ότι η αναγνώριση πατρότητας τέκνου μπορεί να γίνει οποτεδήποτε, χωρίς περιορισμό και άρα και πριν την γέννηση του τέκνου και συγκεκριμένα από τον χρόνο της κυήσεως. Η αναγνώριση κυοφορούμενου είναι άρα δυνατή και μάλιστα κατά τις περιστάσεις ακόμη και επιβεβλημένη προς εξασφάλιση των συμφερόντων αυτού και της μητέρας του.

Η αντίθετη άποψη σχετικά με την αναγνώριση κυοφορούμενου φαίνεται ότι δεν λαμβάνει υπόψιν της τον κανόνα ότι το κυοφορούμενο εξομοιώνεται από το νόμο ως προς τα δικαιώματά του με το γεννημένο τέκνο.

Έτσι και σύμφωνα με γνωμοδότηση ΝΣΚ σχετικά με αναγνώριση πατρότητάς κυοφορούμενου στην αλλοδαπή χωρίς γάμο των γονέων του, είναι ισχυρή κατά το Ελληνικό δίκαιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο η αναγνώριση της πατρότητος τέκνου, που γεννήθηκε χωρίς γάμο των γονέων του, η οποία γίνεται στην αλλοδαπή, προ της γεννήσεώς του, τα δε αποτελέσματά της θα επέλθουν, αν γεννηθεί ζωντανό, από της γεννήσεώς του, επί δε αναγνωρίσεως τέκνου προ της γεννήσεώς του, υπό τις ανωτέρω προϋποθέσεις, από Έλληνα πατέρα η Ελληνική ιθαγένεια κτάται από την γέννησή του.

Το γραφείο μας έχει μεγάλη εμπειρία και ειδίκευση σε κάθε μορφής θέματα οικογενειακού δικαίου όσο εξειδικευμένα και αν είναι και μπορεί να σας προτείνει τις κατάλληλες λύσεις για την αντιμετώπιση θεμάτων οικογενειακού δικαίου όπως είναι η αναγνώριση της πατρότητας κυοφορούμενου τέκνου.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΤΕΚΝΟΥ

Όταν ένα παιδί γεννιέται <<εντός γάμου>> δηλαδή από μητέρα παντρεμένη τότε το παιδί αυτόματα θεωρείται τέκνο και του συζύγου της. Στην περίπτωση όμως που το παιδί γεννιέται εκτός γάμου τότε πρέπει να γίνει αναγνώριση τέκνου προκειμένου αυτό να έχει έναντι του πατέρα του και των συγγενών του τα δικαιώματα του. Τέτοια δικαιώματα που απολαμβάνει το τέκνο έναντι του πατέρα είναι το δικαίωμα διατροφής καθώς και τα κληρονομικά του δικαιώματα.

Όταν ο πατέρας επιθυμεί να αναγνωρίσει το τέκνο τα πράγματα από νομική άποψη είναι απλά. Αρκεί μία δήλωση στον συμβολαιογράφο στην οποία φυσικά πρέπει να συναινέσει και η μητέρα για αναγνωρισθεί το τέκνο ως φυσικό τέκνο του δηλούντος. Σε περίπτωση που η μητέρα αρνηθεί την αναγνώριση του πατέρα, τότε ο πατέρας έχει προθεσμία δύο ετών από την άρνησή της να ασκήσει αγωγή αναγνώρισης της πατρότητάς του αλλιώς χάνει οριστικά αυτό το δικαίωμα.

Η δήλωση αυτή μπορεί να γίνει ακόμα και με τη διαθήκη του πατέρα.

Αν αντιμετωπίζετε τέτοια περίπτωση, οι δικηγόροι του δικηγορικού μας γραφείου στο Κολωνάκι ή στη Γλυφάδα μπορούν να σας καθοδηγήσουν και να αναλάβουν όλες τις διατυπώσεις.

Όταν ο πατέρας όμως δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει το τέκνο είτε επειδή αμφισβητεί την πατρότητα είτε επειδή είναι παντρεμένος με άλλη γυναίκα είτε επειδή δεν επιθυμεί να αναλάβει τις ευθύνες του τότε η μητέρα είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει τη δικαστική οδό. Το ίδιο δηλαδή την άσκηση αγωγής αναγνώρισης πατρότητας μπορεί να κάνει και το τέκνο κατά του βιολογικού του πατέρα εντός ενός έτους από την ενηλικίωσή του.

Σε αυτές τις περιπτώσεις η βοήθεια ενός έμπειρου δικηγόρου οικογενειακού δκαίου είναι απαραίτητη. Συνήθως τέτοιες δικαστικές διαμάχες είναι ψυχοφθόρες και νομικά δύσκολες. Το δικαστήρια προκειμένου να θεωρήσει ότι αποδείχθηκε η πατρότητα θα ζητήσει τον διορισμό πραγματογνώμονα ο οποίος θα διενεργήσει ειδικές εξετάσεις προκειμένου να αποφανθεί σε βαθμό βεβαιότητας ότι το τέκνο έχει πράγματι βιολογικό πατέρα του τον εναγόμενο.

Οι δικηγόροι του δικηγορικού μας γραφείου και ο Διευθυντής αυτού Στέφανος Οικονόμου έχουν χειριστεί υποθέσεις αναγνώρισης ή και προσβολής πατρότητας τέκνου και μπορούν να σας συμβουλεύσουν για όλα τα σχετικά θέματα με διακριτικότητα, εχεμύθεια, σοβαρότητα και κατανόηση.

 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΓΟΝΕΑ ΜΕ ΤΕΚΝΟ

Μία από τις αρκετές δυσάρεστες συνέπειες ενός διαζυγίου ή της διάστασης συζύγων, είναι ότι ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει πλέον το παιδί, δεν μπορεί να επικοινωνήσει πλέον μαζί του όπως πριν, όποτε θέλει. Ο νόμος φυσικά προβλέπει στο Άρθρο 1520 του Αστικού Κώδικα ότι ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, διατηρεί το δικαίωμα της προσωπικής επικοινωνίας με αυτό. Η επικοινωνία αυτή περιλαμβάνει την παραλαβή των παιδιών από τον γονέα με τον οποίο διαμένουν, ώστε να υπάρχει προσωπική επαφή με αυτό πηγαίνοντάς το έναν περίπατο ‘η σε κάποια αθλητική ή κοινωνική δραστηριότητα ή απλώς για να περάσουν κάποιες ώρες μαζί στο σπίτι. Η επικοινωνία περιλαμβάνει επίσης και την τηλεφωνική επικοινωνία. Φυσικά το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο, πρέπει πάντοτε να ασκείται προς το συμφέρον του τέκνου και για αυτό πρέπει να τίθενται κάποια όρια, λαμβανομένων υπόψιν της ηλικίας του παιδιού, τις σχολικές ή άλλες υποχρεώσεις του αλλά φυσικά και τις υποχρεώσεις και ικανότητες των γονέων. Σύμφωνα με το Άρθρο 1520 Αστικού Κώδικα, τα σχετικά με την επικοινωνία κανονίζονται ειδικότερα από το δικαστήριο. Δυστυχώς, μερικές φορές, όταν υπάρχουν διαφωνίες μεταξύ των γονέων το δικαίωμα επικοινωνίας γίνεται μέσω πίεσης ή ακόμα και εκδίκησης μεταξύ των συζύγων. Ένας δικηγόρος, έμπειρος σε θέματα οικογενειακού δικαίου, μπορεί να σας καθοδηγήσει για τον ορθότερο τρόπο άσκησης του δικαιώματος επικοινωνίας του γονέα με το τέκνο του. 

ΚΟΣΤΟΣ ΔΙΑΖΥΓΙΟΥ

Στη σημερινή εποχή όλοι μας ενδιαφερόμαστε γιά το κόστος και ειδικότερα ένα ζευγάρι που θέλει να χωρίσει προβληματίζεται γιά το κόστος του διαζυγίου

Το δικηγορικό γραφείο μας φροντίζει διαρκώς ώστε το κόστος των παρεχόμενων προς τους πελάτες του υπηρεσιών και ιδιαίτερα το κόστος διαζυγίου να είναι εύλογο και ανάλογο της υψηλού επιπέδου ποιότητας παροχής νομικών συμβουλών.

Για απλές υποθέσεις όπως συναινετικά διαζύγια ή αυτόματα διαζύγια οι χρεώσεις μας είναι οι κατώτερες δυνατές ώστε σε αυτή την δύσκολη περίοδο τα ζευγάρια να επιβαρύνονται όσο το δυνατόν λιγότερο και το κόστος του διαζυγίου να είναι όσο το δυνατόν χαμηλότερο. 

Επικοινωνήστε μαζί μας και ρωτήστε μας γιά το κόστος συναινετικού διαζυγίου ή όποια άλλη πληροφορία θέλετε. 

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ ΓΟΝΕΑ ΜΕ ΤΕΚΝΟ

Ένα συνηθισμένο θέμα που προκύπτει κατά την διαδικασία της έκδοσης διαζυγίου είναι η επικοινωνία του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει αυτό.

Πολλές φορές ο γονέας με τον οποίο διαμένει το παιδί – συνήθως η μητέρα – δεν συναινεί εύκολα στην επικοινωνία του παιδιού με τον πατέρα είτε επειδή πιστεύει ότι αυτό δεν είναι προς το συμφέρον του τέκνου είτε κάποιες φορές επειδή δυστυχώς χρησιμοποιεί το θέμα αυτό ως μέσο πίεσης για άλλα θέματα όπως το θέμα της διατροφής.

Το οικογενειακό δίκαιο και συγκεκριμένα το άρθρο 1520 του Αστικού Κώδικα προβλέπει ρητά ότι ο γονέας με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο διατηρεί το δικαίωμα προσωπικής επικοινωνίας με αυτό. Μάλιστα ο νόμος προβλέπει το ίδιο δικαίωμα και για τους απώτερους ανιόντες δηλαδή τον παπού και την γιαγιά του τέκνου.

Η μορφή και η συχνότητα της επικοινωνίας του τέκνου διαφέρει ανάλογα με την ηλικία του. Άλλη επικοινωνία θα πρέπει να έχει ένα παιδί 2 μηνών άλλη όταν γίνει 5 χρονών και άλη φυσικά όταν γίνει 15 ετών. Συνήθως όταν ένα παιδί είναι βρέφος αποφεύγεται η διανυκτέρευση αυτού εκτός του σπιτιού που διαμένει. Όσο το παιδί μεγαλώνει η επικοινωνία μπορεί να λάβει άλλη μορφή ( διανυκτέρευση, κοινές διακοπές, ταξίδια κλπ ) και να είναι πιο συχνή και μεγαλύτερης διάρκειας.

Βέβαια πρέπει πάντοτε να λαμβάνεται υπόψη το συμφέρον του παιδιού αλλά όταν αυτό έχει μία μεγαλύτερη ηλικία και ο δεσμός που έχει με τον γονέα και οι επιθυμίες του εφόσον μεγαλώνοντας το παιδί έχει τις σχολικές και εξωσχολικές υποχρεώσεις του τα προσωπικά του ενδιαφέροντα και φίλους.

Πολλές φορές τα ζευγάρια όταν χωρίζουν δεν κατανοούν ούτε τις ανάγκες του παιδιού αλλά ούτε και τις ανάγκες του γονέα που δεν μένει μαζί με το παιδί του αλλά θέλει να διατηρήσει τους δεσμούς του ανέπαφους. Οι δικηγόροι του γραφείου μας και κυρίως ο διευθυντής του δικηγορικού μας γραφείου Στέφανος Οικονόμου με την μεγάλη εμπειρία τους στο οικογενειακό δίκαιο μπορούν να σας συμβουλεύσουν τι είναι ορθό να συμφωνηθεί ανάλογα με την ηλικία του τέκνου αλλά και τις άλλες συνθήκες.

Όταν υπάρξει συμφωνία τα θέματα της επκοινωνίας του γονέα με το παιδί ρυθμίζονται με ένα ιδιωτικό συμφωνητικό συνήθως μαζί με την επιμέλεια και την διατροφή και αυτό υποβάλλεται στο Δικαστήριο για επικύρωση.

Όταν οι γονείς δεν συμφωνούν τότε το Δικαστήριο θα αποφασίσει πάντοτε με κριτήριο το συμφέρον του τέκνου αλλά λαμβάνοντας υπόψη όλες τις συνθήκες κάθε περίπτωσης.

Η εμπειρία του δικηγόρου είναι συνήθως καθοριστικός παράγοντας για να εκτεθούν στο Δικαστήριο οι ιδιαίτερες συνθήκες κάθε περίπτωσης και να ληφθεί μία ορθή απόφαση.

Αν αντιμετωπίζετε παρόμοιο θέμα μην διστάσετε να επικοινωνήσετε μαζί μας στο τηλέφωνο 210 7231630 και να κλείσετε ένα ραντεβού με τον δικηγόρο Στέφανο Οικονόμου για να συζητήσετε το θέμα σας.