ΔΙΑΤΡΟΦΗ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΌΤΑΝ ΟΙ ΓΟΝΕΙΣ ΑΠΟΚΡΥΠΤΟΥΝ ΤΑ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΑ ΤΟΥΣ 

Ο καθορισμός του ύψους της διατροφής των τέκνων είναι μια από τις συνηθέστερες οικογενειακές διαφορές που απασχολούν τα Δικαστήρια. Το μέτρο της διατροφής προσδιορίζεται  με  βάση τις ανάγκες του δικαιούχου, όπως αυτές  προκύπτουν  από  τις  συνθήκες  της  ζωής  του και φυσικά την περιουσιακή κατάσταση των υπόχρεων γονέων. Η απόδειξη της περιουσιακής κατάστασης συναντά πολλές δυσχέρειες λόγω της εκτεταμένης φοροδιαφυγής και παραοικονομίας.

Ο Δικηγόρος Στέφανος Οικονόμου και η δικηγόρος Φανή Οικονόμου, έχουν συγγράψει σχετική επιστημονική μελέτη με τίτλο <Η ελεύθερη εκτίμηση των αποδείξεων και τα διδάγματα της κοινής πείρας ως εργαλεία για την εξεύρεση των αληθινών εισοδημάτων του υπόχρεου στις δίκες διατροφής τέκνων> που έχει δημοσιευθεί στο νομικό περιοδικό Εφαρμογές Αστικού Δικαίου και Πολιτικής Δικονομίας της Νομικής Βιβλιοθήκης στο τ. 11/2020. Ως εκ τούτου είναι από τους πλέον εξειδικευμένους δικηγόρους για να αντιμετωπίσουν τέτοια θέματα οικογενειακού δικαίου που προκύπτουν στην περίπτωση διαζυγίου.

Η ανεύρεση της αληθινής οικονομικής κατάστασης και δύναμης των υπόχρεων γονέων από το δικαστήριο δεν είναι πάντα εύκολο καθήκον και οφείλεται στην εκτεταμένη φοροδιαφυγή. Το πρακτικό πρόβλημα που προκύπτει συχνά και καλείται να λύσει το δικαστήριο είναι ότι μερικές φορές τα αληθινά εισοδήματα των υπόχρεων γονέων είναι εντελώς διαφορετικά από τα εμφανή τους εισοδήματα, δηλαδή αυτά που δηλώνονται στην φορολογική τους δήλωση, βάσει της οποίας εκδίδει το εκκαθαριστικό της σημείωμα η αρμόδια εφορία. Το φαινόμενο αυτό είναι σύνηθες σε κοινωνίες, όπως η Ελλάδα, όπου υπάρχει σημαντική φοροδιαφυγή από διάφορες κατηγορίες φορολογουμένων, όπως έμποροι, επιχειρηματίες και ελεύθεροι επαγγελματίες. Ακόμα και σε εργαζόμενους ως υπάλληλοι (δημόσιοι ή ιδιωτικοί) συναντάται το φαινόμενο να υπάρχουν και αδήλωτα εισοδήματα, όπως όταν δουλεύουν σε οικογενειακές επιχειρήσεις, έχουν και δεύτερη αδήλωτη εργασία ή εισπράττουν μισθώματα υψηλότερα από όσα δηλώνουν.

Σύμφωνα με το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, η Ελλάδα είναι ανάμεσα στις πρώτες ευρωπαϊκές χώρες στη φοροδιαφυγή και στην παραοικονομία.  Αναφέρεται ότι, η συντριπτική πλειοψηφία, όσων δεν είναι μισθωτοί δηλώνουν ποσά πολύ χαμηλότερα από το μέσο όρο του κατά κεφαλήν εισοδήματος. Σε πρόσφατη ελληνική έρευνα ένα 35,1% δήλωσε πως ευχαρίστως φοροδιαφεύγει, όταν έχει την ευκαιρία, επειδή ‘το κάνουν όλοι’. Σύμφωνα με την ίδια έρευνα το μέγεθος της φοροδιαφυγής στην Ελλάδα μπορεί να προσδιοριστεί σε ένα ποσοστό από 6% έως 9% του ΑΕΠ, δηλαδή ανάμεσα σε 11 και 16 δις ευρώ το χρόνο. Σχεδόν οι μισές από τις φορολογικές δηλώσεις αφορούν εισοδήματα κάτω των 12.000 ευρώ, οι δε αυτοαπασχολούμενοι, δήλωναν κατά μέσο όρο εισοδήματα 4.300 ευρώ ετησίως, δηλαδή κάτω από το αφορολόγητο όριο. Είναι προφανές, λοιπόν, ότι το δικαστήριο κατά τη συζήτηση της αλήθειας δεν μπορεί να βασιστεί μόνο στα δηλωθέντα από  τους διαδίκους εισοδήματα.

Το Δικαστήριο, λοιπόν, εφαρμόζοντας την αρχή της ελεύθερης εκτίμησης των αποδείξεων δεν αρκείται στην εκτίμηση των φορολογικών δηλώσεων που προσάγουν οι διάδικοι αλλά οφείλει να λάβει υπόψη του και να αξιολογήσει όλα τα αποδεικτικά μέσα, όπως μάρτυρες, ένορκες βεβαιώσεις και έγγραφα. Τα διδάγματα της κοινής πείρας είναι πολλές φορές ο οδηγός του Δικαστηρίου στην αναζήτηση της αλήθειας και τον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης. Οι δικηγόροι του γραφείου μας, με την εξειδίκευσή τους σε θέματα διατροφής ανήλικου τέκνου και εν γένει σε θέματα οικογενειακού δικαίου που προκύπτουν συνήθως μετά από ένα διαζύγιο, μπορούν να σας υποστηρίξουν σε περίπτωση που ο υπόχρεος γονέας, συνήθως ο πατέρας, δεν προβαίνει σε ειλικρινή δήλωση στις φορολογικές αρχές και προσπαθεί να αποφύγει την καταβολή μιας δίκαιης διατροφής για το παιδί του, εκμεταλλευόμενος ακριβώς την φοροδιαφυγή στην οποία προβαίνει. Οι δικηγόροι μας, θα σας βοηθήσουν να συλλέξετε τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία ώστε να πειστεί το Δικαστήριο ότι ο πατέρας έχει την οικονομική δυνατότητα να καταβάλλει υψηλότερη διατροφή και απλώς <<κρύβεται>> πίσω από την ανειλικρινή φορολογική του δήλωση.

ΣΥΝΕΠΙΜΕΛΕΙΑ

Πέραν της ανάθεσης της αποκλειστικής επιμέλειας σε έναν από τους δύο γονείς που είναι το σύνηθες, ο νόμος προβλέπει την συνεπιμέλεια ανήλικου τέκνου,  δηλαδή την ανάθεση της επιμέλειας του τέκνου και στους δύο γονείς. Αυτή η ρύθμιση συνήθως συνοδεύεται από την εναλλασσόμενη διαμονή του παιδιού με τους δύο γονείς δηλαδή ορισμένο χρόνο το παιδί μένει με τον ένα γονέα και ορισμένο χρόνο με τον άλλο.

Η συνεπιμέλεια προφανώς ικανοποιεί περισσότερο τον πατέρα που συνήθως είναι ο <<χαμένος>> στις υποθέσεις της επιμέλειας εφόσον το Δικαστήριο συνήθως αποφασίζει την διαμονή του τέκνου με την μητέρα και δίνει στον πατέρα ένα δικαίωμα επικοινωνίας που για τους περισσότερους πατεράδες δεν είναι αρκετό και πολλές φορές οδηγεί στην αποξένωση του πατέρα από το παιδί.

Οι δικηγόροι του γραφείου μας έχουν επιτύχει την έκδοση ορισμένων αποφάσεων που καθορίζουν την συνεπιμέλεια του τέκνου αλλά συνήθως υπήρχαν ιδιαίτεροι λόγοι που το Δικαστήριο ξέφυγε από τη συνηθισμένη πρακτική να αναθέτει την αποκλειστική επιμέλεια στην μητέρα.

Η συνεπιμέλεια είναι το ιδανικό μοντέλο όταν και οι δύο γονείς συμφωνούν σε αυτό και συνεργαστούν ώστε να δημιουργήσουν τις καλύτερες συνθήκες διαβίωσης και ανατροφής του παιδιού τους.

Ήδη από το καλοκαίρι του 2020 συζητείται έντονα το νομοσχέδιο που αφορά τη συνεπιμέλεια των ανηλίκων τέκνων και το οποίο όπως όλα δείχνουν δεν θα αργήσει να ψηφιστεί και στην Ελλάδα. Όπως μπορούν να σας ενημερώσουν οι δικηγόροι του γραφείου μας, στο νομοσχέδιο, με βάση την αρχή της ίσης μεταχείρισης των γονέων και των φύλων προτείνεται ο εκσυγχρονισμός των διατάξεων του οικογενειακού δικαίου ώστε να διασφαλίζεται το πραγματικό συμφέρον του παιδιού, που κατά μία άποψη είναι η διαμονή, η επικοινωνία και η επαφή και με τους δύο γονείς ώστε να διαμορφώσει ολοκληρωμένη προσωπικότητα και να έχει τα πρότυπα και των δύο φύλων στην ανάπτυξη της προσωπικότητάς του.

Σύμφωνα με τις νέες διατάξεις περί συνεπιμέλειας, αν αυτές ψηφιστούν όπως συζητείται, η επιμέλεια του τέκνου δεν θα περιλαμβάνει τον προσδιορισμό της κατοικίας του αλλά αυτή θα είναι ο τόπος της τελευταίας κοινής κατοικίας των γονέων.

Στον τόπο της νόμιμης κατοικίας το τέκνο θα περνάει ίσο χρόνο και με τους δύο γονείς και σε καμία περίπτωση όχι λιγότερο από το 35 %  του συνολικού χρόνου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι διανυκτέρευσες με καθένα από αυτούς. Έτσι και οι δύο γονείς μπορεί να συμφωνήσουν  20 % ο ένας και 80 % ο άλλος αλλά με δικαστική απόφαση κανένας γονέας δεν μπορεί να έχει χρόνο λιγότερο από το 35 % του συνολικού χρόνου του παιδιού  συμπεριλαμβανομένων των διανυκτερεύσεων.

Στο διεθνή χώρο, υποστηρίζεται σθεναρά ότι με την συνεπιμέλεια και την εναλλασσόμενη κατοικία, κατοχυρώνεται μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στους γονείς, στη φροντίδα και ανατροφή των τέκνων, προσφέροντας στον ανήλικο τη δυνατότητα να διαβιεί στην καθημερινή του ζωή τόσο με τον πατέρα όσο και τη μητέρα. Το παιδί έχει δυο λειτουργικά σπίτια, την πατρική και μητρική του κατοικία. Ενθαρρύνεται έτσι η ισόρροπη επαφή του παιδιού και με τους δυο γονείς. Επιπλέον σημειώνεται ότι η κοινωνία έχει αλλάξει, η γυναίκα λόγω της επαγγελματικής της απασχόλησης βρίσκεται πλέον πολλές φορές σε δυσκολία να φροντίσει μόνη της τα τέκνα, ενώ η σχέση των πατέρων με τα τέκνα τους δεν είναι η ίδια με αυτή που επικρατούσε παλαιότερα. Από τις νεότερες ιατρικές και ψυχολογικές έρευνες, η ύπαρξη της διπλής κατοικίας θεωρείται ευεργετική και απαραίτητη για την προστασία της ισόρροπης ανάπτυξης του παιδιού. Την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας (shared residence) και μετά τη διάσταση, εισηγείται και το Συμβούλιο της Ευρώπης με ψήφισμα του, με το οποίο προσκαλεί τα κράτη μέλη να την εισαγάγουν στη νομοθεσία τους.

Οι δικηγόροι του γραφείου μας μπορούν να σας συμβουλεύσουν για θέματα συνεπιμέλειας και για όλα τα άλλα θέματα που εγείρονται όταν ένα ζευγάρι φθάνει στο διαζύγιο.

ΤΟΠΟΣ ΔΙΑΜΟΝΗΣ ΑΝΗΛΙΚΟΥ ΤΕΚΝΟΥ

Όταν το ζευγάρι χωρίζει και πλέον μένει ξεχωριστά, μέχρι σήμερα, το παιδί ακολουθούσε τον γονέα που λάμβανε την αποκλειστική επιμέλεια αυτού, συνήθως την μητέρα και ο άλλος γονέας συνήθως ο πατέρας, είχε ένα δικαίωμα επικοινωνίας με το παιδί.

Στην πράξη αυτή η ρύθμιση προκαλούσε πολλά προβλήματα όταν ο έχων την επιμέλεια, (τις περισσότερες φορές η μητέρα), άλλαζε τόπο διαμονής και πήγαινε σε άλλη πόλη παίρνοντας μαζί της το παιδί έτσι ώστε ο πατέρας να μην μπορεί να επικοινωνεί τακτικά με το παιδί. Ήδη από τον Αύγουστο του 2020 η κατάσταση αυτή άλλαξε με την εισαγωγή του νέου άρθρου 1519 στον Αστικό Κώδικα, το οποίο προβλέπει τα εξής:

<< Μεταβολή του τόπου διαμονής του τέκνου, που επιδρά ουσιωδώς στο δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο, απαιτεί προηγούμενη συμφωνία των γονέων ή προηγούμενη οριστική δικαστική απόφαση μετά από αίτημα οποιουδήποτε από τους γονείς. Το δικαστήριο μπορεί να διατάξει κάθε πρόσφορο μέσο».

Όπως μπορούν να σας ενημερώσουν οι εξειδικευμένοι σε θέματα διαζυγίων και επιμέλειας τέκνων δικηγόροι μας, μέχρι την ψήφιση αυτού του νέου άρθρου, σύμφωνα με το άρθρο 1518 του Αστικού Κώδικα, το οποίο ρυθμίζει τα θέματα που αφορούν την επιμέλεια του προσώπου του ανήλικου τέκνου, θεωρείτο ότι στην επιμέλεια του τέκνου περιλαμβάνεται και ο καθορισμός του τόπου της διαμονής του οπότε η μητέρα (συνήθως) μπορούσε να αλλάξει τον τόπο διαμονής του τέκνου χωρίς να χρειάζεται η συμφωνία του πατέρα ή δικαστική απόφαση που να το επιτρέπει αυτό.

Με τη νέα ως άνω διάταξη φαίνεται ότι πλέον η αλλαγή του τόπου διαμονής του τέκνου εφόσον είναι τόσο μεγάλη που να δυσκολεύει ουσιωδώς το δικαίωμα επικοινωνίας  του πατέρα με το παιδί του δεν ανήκει πλέον στην σφαίρα της επιμέλειας αλλά στην σφαίρα της γονικής μέριμνας οπότε απαιτείται είτε συμφωνία και των δύο γονέων είτε απόφαση του δικαστηρίου σε περίπτωση διαφωνίας των γονέων.

Αντικείμενο της ρύθμισης δεν είναι οποιαδήποτε μετακίνηση του ανηλίκου (π.χ. από τη μία συνοικία ή δήμο σε άλλη συνοικία μέσα σε μεγάλη πόλη) αλλά η σημαντική μετακίνηση (π.χ. σε άλλη πόλη, σε άλλη χώρα), η οποία επηρεάζει ουσιωδώς την άσκηση του δικαιώματος επικοινωνίας του άλλου γονέα. Είναι βεβαίως κατανοητή η ανάγκη του γονέα που έχει την επιμέλεια να έχει ελευθερία κίνησης και επιλογής της διαμονής του, αλλά ο περιορισμός της ελευθερίας αυτής είναι ανεκτός, ενόψει της ιδιότητάς του ως γονέα ανηλίκου, καθώς και ενόψει του δικαιώματος του άλλου γονέα να έχει ομαλή επικοινωνία με το παιδί.

Συνεπώς, ο έχων την επιμέλεια του ανηλίκου γονέας δύναται να αλλάξει κατοικία εφόσον αυτή είναι σχετικά κοντά με την προηγούμενη κατοικία του τέκνου και έτσι η επικοινωνία  του άλλου γονέα με το παιδί δεν δυσχεραίνεται ουσιωδώς αλλά δεν δύναται να πάει τόσο μακριά που η ομαλή επικοινωνία να δυσχεραίνεται σημαντικά.

Αν οι γονείς δεν συμφωνούν τότε τη διαφωνία τους θα την λύσει το Δικαστήριο με βάση πρωτίστως το συμφέρον του τέκνου αλλά και το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα με το παιδί του, οπότε αν αντιμετωπίζετε τέτοιο θέμα, είναι απαραίτητη η συμβουλή ενός δικηγόρου διαζυγίων.

Αν το Δικαστήριο επιτρέψει την μετακίνηση σε μακρινό μέρος, τότε θα πρέπει να καθορίζεται προφανώς και νέος τρόπος επικοινωνίας του ανηλίκου με τον άλλο γονέα (π.χ. αραιότερα μεν αλλά μεγαλύτερα διαστήματα επικοινωνίας, πιθανόν καταβολή εξόδων επικοινωνίας και επικοινωνία με σύγχρονα ηλεκτρονικά οπτικοακουστικά μέσα).

Το δικηγορικό μας γραφείο με την τεράστια εμπειρία του σε υποθέσεις οικογενειακού δικαίου και διαζυγίων μπορεί να σας καθοδηγήσει σε κάθε παρόμοιο πρόβλημα που αντιμετωπίσετε με την αλλαγή του τόπου διαμονής του τέκνου σας.

Οι δικηγόροι μας που ασχολούνται με διαζύγια και υποθέσεις οικογενειακού δικαίου είναι κοντά σας για να απαντήσουν στις απορίες σας και να σας υποστηρίξουν.

ΠΡΟΓΑΜΙΑΙΑ ΣΥΜΒΟΛΑΙΑ

Με τον όρο προγαμιαία συμβόλαια εννοούμε τις συμφωνίες που οι μελλοντικοί σύζυγοι κάνουν πριν από το γάμο για να ρυθμίσουν τις περιουσιακές τους σχέσεις μετά το γάμο.

Αν οι σύζυγοι δεν κάνουν κάποια σχετική συμφωνία πριν από το γάμο τότε ισχύει η αρχή της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων που καθιερώνεται από το άρθρο 1397 του Αστικού Κώδικα. Ελλείψει λοιπόν περιουσιακού συμβολαίου ή προγαμιαίου συμφώνου, όπως μερικές φορές λέγεται, μετά το γάμο οι περιουσίες των συζύγων παραμένουν χωριστές και δεν συγχωνεύονται ή ενώνονται εκ μόνου του γεγονότος του γάμου. Ως εκ τούτου, προστατεύεται η οικονομική ανεξαρτησία του κάθε συζύγου.

Στην πράξη όμως αυτό πολλές φορές είναι θεωρητικό εφόσον οι σύζυγοι κατά τη διάρκεια του γάμου συνεισφέρουν ο ένας στην περιουσία του άλλου με πολλούς τρόπους. Η συνεισφορά μπορεί να είναι είτε επειδή ο ένας σύζυγος βοηθάει στην εργασία των άλλων με οποιονδήποτε τρόπο είτε απλώς και μόνο επειδή μέσα στο γάμο αναλαμβάνει περισσότερα βάρη απ’ όσα είναι υποχρεωμένος βάσει νόμου να αναλάβει. Π.χ. ενώ οι φροντίδες του γάμου και του κοινού οίκου πρέπει να μοιράζονται ανάμεσα στους δύο συζύγους, ήτοι να υπάρχει κατανομή των απαραίτητων εργασιών, όπως καθαριότητα, μαγείρεμα, φροντίδα των παιδιών κλπ., ο ένας από τους δύο συζύγους αναλαμβάνει το 100% των εν λόγω εργασιών, χωρίς την παραμικρή βοήθεια από τον άλλον, ο οποίος αφήνεται απερίσπαστος στο να εργάζεται και να αυξάνει την περιουσία του.

Όταν, λοιπόν, δεν υπάρχει προγαμιαίο σύμφωνο ή προγαμιαίο συμβόλαιο, τότε παρότι οι σύζυγοι εξακολουθούν να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι και να μην εμπλέκονται οι περιουσίες τους, έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν από τον άλλο σύζυγο μέρος της περιουσίας που έχει αυτός αποκτήσει μετά το γάμο εφόσον έχει συνεισφέρει στην αύξηση αυτής της περιουσίας. Σε άλλες χώρες, η νομοθεσία προβλέπει ότι μετά το γάμο οι περιουσίες των συζύγων αναμειγνύονται κι αποτελούν μία ενιαία περιουσία. Σε αυτές τις χώρες, η υπογραφή προγαμιαίου συμβολαίου ή προγαμιαίου συμφώνου είναι απολύτως απαραίτητη προκειμένου να διαφυλαχθεί το χωριστό της περιουσίας του κάθε συζύγου και η αυτοτέλεια αυτής. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ελλείψει προγαμιαίου συμβολαίου ή προγαμιαίου συμφώνου, ο νόμος ορίζει την αυτοτέλεια των περιουσιών των συζύγων.

Για περισσότερες λεπτομέρειες στο θέμα της συμμετοχής στα αποκτήματα μπορείτε να δείτε το σχετικό άρθρο στον ιστότοπό μας με τις συμβουλές των δικηγόρων μας που έχουν μεγάλη εμπειρία σε διαζύγια και θέματα οικογενειακού δικαίου.

Ενδιαφέρον είναι ότι στην Ελλάδα με προγαμιαίο συμβόλαιο ή ακόμα και μετά το γάμο και κατά τη διάρκειά του οι σύζυγοι μπορούν να επιλέξουν αντί της αυτοτέλειας των περιουσιών τους την κοινοκτημοσύνη. Σύμφωνα με το νόμο, η κοινοκτημοσύνη των συζύγων σημαίνει ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία αυτόματα θα ανήκουν και στους δύο κατ’ ίσα μέρη χωρίς δικαίωμα διάθεσης από τον καθένα τους του ιδανικού μεριδίου που έχει. Τέτοια προγαμιαία συμφωνία ή προγαμιαίο συμβόλαιο πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να καταχωριστεί σε ειδικό βιβλίο που τηρείται γι’ αυτό το σκοπό. Για να επέλθει η κοινωνία δικαιώματος στα περιουσιακά στοιχεία των συζύγων που επιλέγουν την κοινοκτημοσύνη θα πρέπει να γίνουν και οι αντίστοιχες δικαιοπραξίες, παραδείγματος χάριν αν ένα ακίνητο ανήκει στον ένα σύζυγο κι επιλεχθεί το σύστημα της κοινοκτημοσύνης θα πρέπει να γίνει και συμβόλαιο με το οποίο ο σύζυγος που έχει το ακίνητο θα μεταβιβάζει το ½ εξ αδιαιρέτου στον άλλο σύζυγο. Σημαντικό είναι ότι το προγαμιαίο συμβόλαιο με το οποίο επιλέγεται το σύστημα της κοινοκτημοσύνης καταλαμβάνει και τη μέλλουσα περιουσία των συζύγων.

Οι δικηγόροι του γραφείου μας με τη μεγάλη τους εμπειρία σε θέματα οικογενειακού δικαίου και διαζυγίων μπορούν να σας ενημερώσουν για το πότε είναι συμφέρον και ορθό να καταρτίζεται προγαμιαίο συμβόλαιο και πότε όχι, καθώς και να αναλάβουν τη σύνταξη προγαμιαίου συμβολαίου σύμφωνα με τις επιθυμίες σας ώστε να υπάρχει μία δίκαιη ρύθμιση που να σας καλύπτει.

ΠΡΟΓΑΜΙΑΙΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ

Προγαμιαία συμβόλαια

Με τον όρο προγαμιαία συμβόλαια εννοούμε τις συμφωνίες που οι μελλοντικοί σύζυγοι κάνουν πριν από το γάμο για να ρυθμίσουν τις περιουσιακές τους σχέσεις μετά το γάμο.
Αν οι σύζυγοι δεν κάνουν κάποια σχετική συμφωνία πριν από το γάμο τότε ισχύει η αρχή της περιουσιακής αυτοτέλειας των συζύγων που καθιερώνεται από το άρθρο 1397 του Αστικού Κώδικα. Ελλείψει λοιπόν περιουσιακού συμβολαίου ή προγαμιαίου συμφώνου, όπως μερικές φορές λέγεται, μετά το γάμο οι περιουσίες των συζύγων παραμένουν χωριστές και δεν συγχωνεύονται ή ενώνονται εκ μόνου του γεγονότος του γάμου. Ως εκ τούτου, προστατεύεται η οικονομική ανεξαρτησία του κάθε συζύγου.
Στην πράξη όμως αυτό πολλές φορές είναι θεωρητικό εφόσον οι σύζυγοι κατά τη διάρκεια του γάμου συνεισφέρουν ο ένας στην περιουσία του άλλου με πολλούς τρόπους. Η συνεισφορά μπορεί να είναι είτε επειδή ο ένας σύζυγος βοηθάει στην εργασία των άλλων με οποιονδήποτε τρόπο είτε απλώς και μόνο επειδή μέσα στο γάμο αναλαμβάνει περισσότερα βάρη απ’ όσα είναι υποχρεωμένος βάσει νόμου να αναλάβει. Π.χ. ενώ οι φροντίδες του γάμου και του κοινού οίκου πρέπει να μοιράζονται ανάμεσα στους δύο συζύγους, ήτοι να υπάρχει κατανομή των απαραίτητων εργασιών, όπως καθαριότητα, μαγείρεμα, φροντίδα των παιδιών κλπ., ο ένας από τους δύο συζύγους αναλαμβάνει το 100% των εν λόγω εργασιών, χωρίς την παραμικρή βοήθεια από τον άλλον, ο οποίος αφήνεται απερίσπαστος στο να εργάζεται και να αυξάνει την περιουσία του.
Όταν, λοιπόν, δεν υπάρχει προγαμιαίο σύμφωνο ή προγαμιαίο συμβόλαιο, τότε παρότι οι σύζυγοι εξακολουθούν να είναι οικονομικά ανεξάρτητοι και να μην εμπλέκονται οι περιουσίες τους, έχουν δικαίωμα να απαιτήσουν από τον άλλο σύζυγο μέρος της περιουσίας που έχει αυτός αποκτήσει μετά το γάμο εφόσον έχει συνεισφέρει στην αύξηση αυτής της περιουσίας. Σε άλλες χώρες, η νομοθεσία προβλέπει ότι μετά το γάμο οι περιουσίες των συζύγων αναμειγνύονται κι αποτελούν μία ενιαία περιουσία. Σε αυτές τις χώρες, η υπογραφή προγαμιαίου συμβολαίου ή προγαμιαίου συμφώνου είναι απολύτως απαραίτητη προκειμένου να διαφυλαχθεί το χωριστό της περιουσίας του κάθε συζύγου και η αυτοτέλεια αυτής. Στην Ελλάδα, αντίθετα, ελλείψει προγαμιαίου συμβολαίου ή προγαμιαίου συμφώνου, ο νόμος ορίζει την αυτοτέλεια των περιουσιών των συζύγων.
Για περισσότερες λεπτομέρειες στο θέμα της συμμετοχής στα αποκτήματα μπορείτε να δείτε το σχετικό άρθρο στον ιστότοπό μας με τις συμβουλές των δικηγόρων μας που έχουν μεγάλη εμπειρία σε διαζύγια και θέματα οικογενειακού δικαίου.
Ενδιαφέρον είναι ότι στην Ελλάδα με προγαμιαίο συμβόλαιο ή ακόμα και μετά το γάμο και κατά τη διάρκειά του οι σύζυγοι μπορούν να επιλέξουν αντί της αυτοτέλειας των περιουσιών τους την κοινοκτημοσύνη. Σύμφωνα με το νόμο, η κοινοκτημοσύνη των συζύγων σημαίνει ότι όλα τα περιουσιακά στοιχεία αυτόματα θα ανήκουν και στους δύο κατ’ ίσα μέρη χωρίς δικαίωμα διάθεσης από τον καθένα τους του ιδανικού μεριδίου που έχει. Τέτοια προγαμιαία συμφωνία ή προγαμιαίο συμβόλαιο πρέπει να γίνει με συμβολαιογραφικό έγγραφο και να καταχωριστεί σε ειδικό βιβλίο που τηρείται γι’ αυτό το σκοπό. Για να επέλθει η κοινωνία δικαιώματος στα περιουσιακά στοιχεία των συζύγων που επιλέγουν την κοινοκτημοσύνη θα πρέπει να γίνουν και οι αντίστοιχες δικαιοπραξίες, παραδείγματος χάριν αν ένα ακίνητο ανήκει στον ένα σύζυγο κι επιλεχθεί το σύστημα της κοινοκτημοσύνης θα πρέπει να γίνει και συμβόλαιο με το οποίο ο σύζυγος που έχει το ακίνητο θα μεταβιβάζει το ½ εξ αδιαιρέτου στον άλλο σύζυγο. Σημαντικό είναι ότι το προγαμιαίο συμβόλαιο με το οποίο επιλέγεται το σύστημα της κοινοκτημοσύνης καταλαμβάνει και τη μέλλουσα περιουσία των συζύγων.
Οι δικηγόροι του γραφείου μας με τη μεγάλη τους εμπειρία σε θέματα οικογενειακού δικαίου και διαζυγίων μπορούν να σας ενημερώσουν για το πότε είναι συμφέρον και ορθό να καταρτίζεται προγαμιαίο συμβόλαιο και πότε όχι, καθώς και να αναλάβουν τη σύνταξη προγαμιαίου συμβολαίου σύμφωνα με τις επιθυμίες σας ώστε να υπάρχει μία δίκαιη ρύθμιση που να σας καλύπτει.

ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ – ΠΡΟΣΒΟΛΗ ΠΑΤΡΟΤΗΤΑΣ

Όταν ένα παιδί γεννιέται <<εντός γάμου>> δηλαδή από μητέρα παντρεμένη τότε το παιδί αυτόματα θεωρείται τέκνο και του συζύγου της. Όμως ο πατέρας έχει δικαίωμα να προχωρήσει σε αγωγή προσβολής πατρότητας όταν έχει λόγους να πιστεύει ότι το παιδί δεν είναι γνήσιοι τέκνο του.

Στην περίπτωση όμως που το παιδί γεννιέται εκτός γάμου τότε πρέπει να γίνει αναγνώριση τέκνου προκειμένου αυτό να έχει έναντι του πατέρα του και των συγγενών του τα δικαιώματα του. Τέτοια δικαιώματα που απολαμβάνει το τέκνο έναντι του πατέρα είναι το δικαίωμα διατροφής καθώς και τα κληρονομικά του δικαιώματα.

Όταν ο πατέρας επιθυμεί να αναγνωρίσει το τέκνο τα πράγματα από νομική άποψη είναι απλά. Αρκεί μία δήλωση στον συμβολαιογράφο στην οποία φυσικά πρέπει να συναινέσει και η μητέρα για αναγνωρισθεί το τέκνο ως φυσικό τέκνο του δηλούντος. Σε περίπτωση που η μητέρα αρνηθεί την αναγνώριση του πατέρα, τότε ο πατέρας έχει προθεσμία δύο ετών από την άρνησή της να ασκήσει αγωγή αναγνώρισης της πατρότητάς του αλλιώς χάνει οριστικά αυτό το δικαίωμα.

Η δήλωση αυτή μπορεί να γίνει ακόμα και με τη διαθήκη του πατέρα.

Αν αντιμετωπίζετε τέτοια περίπτωση, οι δικηγόροι του δικηγορικού μας γραφείου στο Κολωνάκι ή στη Γλυφάδα μπορούν να σας καθοδηγήσουν και να αναλάβουν όλες τις διατυπώσεις.

Όταν ο πατέρας όμως δεν επιθυμεί να αναγνωρίσει το τέκνο είτε επειδή αμφισβητεί την πατρότητα είτε επειδή είναι παντρεμένος με άλλη γυναίκα είτε επειδή δεν επιθυμεί να αναλάβει τις ευθύνες του τότε η μητέρα είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει τη δικαστική οδό. Το ίδιο δηλαδή την άσκηση αγωγής αναγνώρισης πατρότητας μπορεί να κάνει και το τέκνο κατά του βιολογικού του πατέρα εντός ενός έτους από την ενηλικίωσή του.

Σε αυτές τις περιπτώσεις η βοήθεια ενός έμπειρου δικηγόρου οικογενειακού δικαίου είναι απαραίτητη. Συνήθως τέτοιες δικαστικές διαμάχες είναι ψυχοφθόρες και νομικά δύσκολες. Το δικαστήριο προκειμένου να θεωρήσει ότι αποδείχθηκε η πατρότητα θα ζητήσει τον διορισμό πραγματογνώμονα ο οποίος θα διενεργήσει ειδικές εξετάσεις DNA προκειμένου να αποφανθεί σε βαθμό βεβαιότητας ότι το τέκνο έχει πράγματι βιολογικό πατέρα του τον εναγόμενο.

Οι δικηγόροι του δικηγορικού μας γραφείου και ο Διευθυντής αυτού δικηγόρος  Στέφανος Οικονόμου έχουν χειριστεί υποθέσεις αναγνώρισης ή και προσβολής πατρότητας τέκνου και μπορούν να σας συμβουλεύσουν για όλα τα σχετικά θέματα με διακριτικότητα, εχεμύθεια, σοβαρότητα και κατανόηση.

 

ΣΥΜΦΩΝΟ ΣΥΜΒΙΩΣΗΣ

Εκτός από τον θεσμό του γάμου, εδώ και χρόνια ο Ελληνικός νόμος προβλέπει και το «σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης», το οποίο συντάσσεται ενώπιον Συμβολαιογράφου και το οποίο προσομοιάζει με τον θεσμό του γάμου. Οι πολίτες που θα επιλέξουν να δεσμευθούν με σύμφωνο ελεύθερης συμβίωσης αποκτούν δικαιώματα παρόμοια με των συζύγων, ιδίως δικαιώματα κληρονομικά, συμμετοχής στα αποκτήματα.

Η ισχύς του συμφώνου συμβίωσης αρχίζει από την κατάθεση αντιγράφου του συμβολαιογραφικού εγγράφου στο ληξίαρχο του τόπου κατοικίας τους, το οποίο καταχωρίζεται σε ειδικό βιβλίο του Ληξιαρχείου.

Στις προσωπικές σχέσεις των μερών του συμφώνου συμβίωσης μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο.

Στις μη προσωπικές σχέσεις των μερών του συμφώνου συμβίωσης μεταξύ τους εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τις σχέσεις των συζύγων από το γάμο. Δίνεται όμως η δυνατότητα στα μέρη να ρυθμίσουν διαφορετικά τις μη προσωπικές τους σχέσεις, κατά τη σύναψη του συμφώνου σύμφωνα με τις αρχές της ισότητας και της αλληλεγγύης. Ειδικά για το δικαίωμα των μερών για αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα, ορίζεται στο νόμο ότι τα μέρη δεν μπορούν να παραιτηθούν από το δικαίωμα τους αυτό, συνεπώς μία τυχόν παραίτηση θα ήταν άκυρη, εκτός εάν έχει λάβει χώρα μετά τη γέννηση της αξίωσης τους, οπότε και θα ήταν νόμιμη και έγκυρη.

Θεωρούμε ότι είναι απαραίτητο πριν υπογράψει κάποιος σύμφωνο συμβίωσης να συμβουλευθεί έναν δικηγόρο οικογενειακού δικαίου καθόσον πολλά θέματα μπορούν να ρυθμιστούν αλλιώς από ότι προβλέπει ο νόμος και τα μέρη που θα δεσμευθούν με ένα σύμφωνο συμβίωσης είναι καλό να ξέρουν πριν από την υπογραφή του τις εναλλακτικές λύσεις που έχουν.

Ως δικηγόροι που έχουμε ασχοληθεί με σύμφωνα συμβίωσης, έχουμε παρατηρήσει ότι πολλές φορές οι ενδιαφερόμενοι υπογράφουν ένα προδιατυπωμένο κείμενο από τον συμβολαιογράφο χωρίς να γνωρίζουν τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που αναλαμβάνουν από το σύμφωνο συμβίωσης και μετά βρίσκονται προ εκπλήξεως.

Οι δικηγόροι οικογενειακού δικαίου του γραφείου μας και ιδίως η δικηγόρος οικογενειακού δικαίου Φανή Οικονόμου μπορούν να σας ενημερώσουν και για τους τρόπους λύσης του συμφώνου συμβίωσης που είναι οι εξής: Το σύμφωνο συμβίωσης λύνεται: α) με συμφωνία των μερών, που γίνεται αυτοπροσώπως με συμβολαιογραφικό έγγραφο, β) με μονομερή συμβολαιογραφική δήλωση, εφόσον έχει επιδοθεί προηγουμένως με δικαστικό επιμελητή πρόσκληση για συναινετική λύση στο άλλο μέρος και έχουν παρέλθει τρεις (3) μήνες από την επίδοση και γ) αυτοδικαίως, αν συναφθεί γάμος μεταξύ των μερών.

Για τη διατροφή μετά τη λύση του συμφώνου συμβίωσης εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις για τη διατροφή μετά το διαζύγιο, εκτός αν τα μέρη παραιτηθούν από το σχετικό δικαίωμα κατά την κατάρτιση του συμφώνου.

Πολύ σημαντικό είναι ότι το τέκνο που γεννήθηκε κατά τη διάρκεια του συμφώνου συμβίωσης ή μέσα σε τριακόσιες (300) ημέρες από τη λύση ή την ακύρωση του Συμφώνου, τεκμαίρεται ότι έχει πατέρα τον άνδρα με τον οποίο η μητέρα κατάρτισε το Σύμφωνο όπως αν υπήρχε γάμος.

Το δικηγορικό μας γραφείο και οι δικηγόροι μας διαθέτουν άριστη γνώση των νόμων που αφορούν το σύμφωνο συμβίωσης, έχουν χειριστεί πολλές υποθέσεις σχετιζόμενες με ζητήματα που δημιουργούνται από το σύμφωνο συμβίωσης και ως εκ τούτου διαθέτουν μεγάλη εμπειρία στα θέματα αυτά και μπορούν να σας συμβουλεύσουν σχετικά. Μην διστάσετε να επικοινωνήσετε στο 210 7231630 για να κλείσετε ραντεβού με την Φανή Οικονόμου, δικηγόρο οικογενειακού δικαίου ή με τον δικηγόρο Στέφανο Οικονόμου.

ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΑΠΟΦΑΣΗ ΣΥΝΕΠΙΜΕΛΕΙΑΣ

Σε πρόσφατη πρωτοποριακή απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών αποφάσισε υπέρ της συνεπιμέλειας του τέκνου.

 

Ορισμένες ενδιαφέρουσες σκέψεις της απόφασης έχουν ως εξής:

 

Στον ελληνικό Αστικό Κώδικα, προβλέπεται η χρονική κατανομή ή εναλλασσόμενη άσκηση όλων των εκφάνσεων της γονικής μέριμνας. Επιφυλάξεις διατυπώθηκαν από την ελληνική θεωρία ως προς τη σκοπιμότητα αυτής της ρύθμισης, καθόσον η παράλληλη ύπαρξη δυο κέντρων ζωής θεωρείται ότι δημιουργεί στο τέκνο έλλειψη σταθερότητας και ανασφάλειας, που αναστατώνουν και απορρυθμίζουν τη ζωή του παιδιού. Επιπλέον προβλέπεται ότι θα δημιουργηθούν συνεχείς εντάσεις και τριβές μεταξύ των γονέων, καθόσον η εναλλασσόμενη ανατροφή απαιτεί μια πραγματική συνεργασία μεταξύ τους στις επιλογές και στη διαχείριση του ανηλίκου κατά τρόπο παραγωγικό. (Παπαχρίστου, Αρμ 1985.101-103).

Στο διεθνή χώρο, υποστηρίζεται σθεναρά ότι με την εναλλασσόμενη κατοικία, κατοχυρώνεται μια καλύτερη ισορροπία ανάμεσα στους γονείς, στη φροντίδα και ανατροφή των τέκνων, προσφέροντας στον ανήλικο τη δυνατότητα να διαβιεί στην καθημερινή του ζωή τόσο με τον πατέρα όσο και τη μητέρα. Το παιδί έχει δυο λειτουργικά σπίτια, την πατρική και μητρική του κατοικία. Ενθαρρύνεται έτσι η ισόρροπη επαφή του παιδιού και με τους δυο γονείς. Επιπλέον σημειώνεται ότι η κοινωνία έχει αλλάξει, η γυναίκα λόγω της επαγγελματικής της απασχόλησης βρίσκεται πλέον σε δυσκολία να φροντίσει μόνη της τα τέκνα, ενώ η σχέση των πατέρων με τα τέκνα τους δεν είναι η ίδια με αυτή που επικρατούσε παλαιότερα. Επιπλέον έχει παρατηρηθεί ότι δυο σαββατοκύριακα εναλλάξ το μήνα, δεν επιτρέπουν στον γονέα που δεν διαμένει με το τέκνο να ασκήσει μια πραγματική επιρροή στην ανατροφή των τέκνων του. Η θεματική δεν πρέπει να περιοριστεί μόνο σε νομικό επίπεδο, αλλά πρέπει να συμπεριλάβει και τις επιστημονικές ανακαλύψεις στους τομείς της ιατρικής και της ψυχολογίας. Επισημαίνεται ότι από τις νεότερες ιατρικές και ψυχολογικές έρευνες δεν προκύπτει κανένα αρνητικό αποτέλεσμα από την κοινή ανατροφή, που μοιράζεται ισομερώς μεταξύ δυο σπιτιών. Αντίθετα, η ύπαρξη της διπλής κατοικίας θεωρείται ευεργετική και απαραίτητη για την προστασία της ισόρροπης ανάπτυξης του παιδιού. Τα παιδιά που ζουν εναλλάξ και με τους δυο γονείς με ίση κατανομή του χρόνου, ανέφεραν υψηλότερα επίπεδα ικανοποίησης από τη ζωή τους από εκείνα που υπάγονται σε άλλη ρύθμιση για χωρισμένες οικογένειες (Bjarnason/Arnarsson (2011), Joint physical custody and communication with parents: A cross – national study of children in 36 western countries, Journal of Comparative Family Studies, 42, σ. 871-890 ? Bauserman (2002), Child adjustment in joint-custody versus sole-custody arrangements: a meta analytic review, Journal of Family Psychology, 16, σ. 91-102). Την αρχή της εναλλασσόμενης κατοικίας (shared residence) και μετά τη διάσταση, εισηγείται και το Συμβούλιο της Ευρώπης με το υπ’ αρ. 2079/2-10-2015 ψήφισμα του, με το οποίο προσκαλεί τα κράτη μέλη να την εισαγάγουν στη νομοθεσία τους, αποκλείοντας την εφαρμογή της σε περιπτώσεις ενδοοικογενειακής βίας, κακοποίησης του παιδιού και αδιαφορίας, που δημιουργούν κινδύνους για τη σωματική και ψυχική υγεία του τέκνου. Αυτό το ψήφισμα, στηρίχθηκε σε μετα – ανάλυση πολυάριθμων διεθνών μελετών (Nielsen (2014), Shared physical custody: Summary of 40 studies on outcomes for children, Journal of Divorce &

Remarriage, 55, 613-635), που κατέδειξαν τα οφέλη από την εναλλασσόμενη κατοικία και τις αρνητικές επιπτώσεις που προέρχονται από την αποκλειστική επιμέλεια, στην οποία ο χρόνος συναναστροφής του παιδιού με το λιγότερο ευνοημένο γονέα είναι κάτω του 33%. Περαιτέρω, ο χωρισμός δεν είναι καθαυτός δείκτης της έλλειψης γονικής ικανότητας, και η υπαιτιότητα του ενός ή του άλλου γονέα για το διαζύγιο ή τη διακοπή της συμβίωσης δεν ασκεί επιρροή στην άσκηση της γονικής μέριμνας. Η καταλληλότητα του ενός γονέα να αναλάβει την άσκηση της επιμέλειας δεν αποτελεί ταυτόχρονα και ένδειξη ακαταλληλότητας του άλλου (Μιχαλακάκου, Η κακή άσκηση της γονικής μέριμνας κατά τη νομολογία, 2015, σ. 40). Αμφότεροι κατά τεκμήριο είναι ικανοί στο γονεϊκό ρόλο και το ανήλικο έχει το δικαίωμα να διατηρεί μια ισορροπημένη σχέση και με τους δυο γονείς. Ιδανική λύση είναι η διατήρηση της συμμετοχής και η ενεργητική παρουσία και των δυο γονέων στην ανατροφή του παιδιού, γιατί το τελευταίο δεν χρειάζεται μόνο τον καλύτερο από αυτούς (Δεμερτζής, Η ουσιαστική και δικονομική αναγκαία μεταρρύθμιση της επιμέλειας, Δ 2008.140 επ.). Εξάλλου σημαντικό κριτήριο για την εξειδίκευση του συμφέροντος του ανηλίκου αποτελεί η προσωπική του γνώμη, η αναζήτηση της οποίας εξαρτάται από την ωριμότητα αυτού, η οποία προϋποθέτει κάποια ηλικία και πρέπει να ζητείται και να συνεκτιμάται πριν από κάθε απόφαση σχετική με τη γονική μέριμνα (άρθρο 1511 § 3 ΑΚ), χωρίς όμως να είναι δεσμευτική. Ως ωριμότητα του τέκνου είναι η ικανότητα να αντιληφθεί το συμφέρον του (ΑΠ 201/2010 ΝοΒ 2010.174 ? ΑΠ 1316/2009 ΝοΒ 2010.162 ? Λαδογιάννης σε Απ. Γεωργιάδη, ΣΕΑΚ ΙΙ, 2013, σ. 869, αρ.8). Η ηλικία από μόνη της δεν είναι ενδεικτική της ωριμότητας (ΑΠ 561/2003 ΝοΒ 2004.23). Η γνώμη του ανηλίκου δεν αποτελεί ίδιο αποδεικτικό μέσο, ούτε πρέπει να εξομοιώνεται με μαρτυρική κατάθεση, και δεν έχει ως σκοπό την απόκτηση αποδεικτικών στοιχείων. Αντίθετα η ακρόαση πρέπει να αποσκοπεί στην ανάπτυξη από το παιδί, των σκέψεων, αισθημάτων, αναγκών και επιθυμιών του, που θα αποτελέσουν ένα οδηγό για την κρίση του δικαστηρίου και θα συνεκτιμηθούν με τα υπόλοιπα στοιχεία (Σκορίνη – Παπαρρηγοπούλου, Η ευρωπαϊκή Σύμβαση για την ανάπτυξη των δικαιωμάτων των παιδιών νόμος 2502/1997. Παρουσίαση των βασικών της σημείων και της σημασίας της στο ισχύον ελληνικό δίκαιο, ΕλλΔνη 2003. 326).

 

 

Δυνάμει της υπ’ αρ. 2722/2015 απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, ανατέθηκε προσωινά η επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου στην ενάγουσα – εναγομένη, υποχρεώθηκε ο ενάγων – εναγόμενος να καταβάλει στην τελευταία για λογαριασμό του ανηλίκου τέκνου προσωρινή διατροφή ύψους 250 ευρώ και ρυθμίστηκε το δικαίωμα επικοινωνίας του πατέρα με το ανήλικο τέκνο. Ο ανήλικος ………..φοιτά στην Ε΄ τάξη του Δημοτικού. Παρουσιάζει διάσπαση προσοχής, υπερκινητικότητα και παρορμητικότητα (βλ. το υπ’ αρ. 1710/19-11-2014 ιατρικό πιστοποιητικό της Διευθύντριας του Παιδονευρολογικού Τμήματος του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων Πεντέλης …………………………………..), η οποία φαίνεται να προκύπτει από τις συναισθηματικές δυσκολίες. Σύμφωνα με την από 9-6-2015 αξιολόγηση της ψυχολόγου……………., εμφανίζεται αρκετά ενοχικός ως προς το διαζύγιο των γονέων του, αναλαμβάνοντας κυρίαρχο ρόλο σε αυτό και θεωρώντας πως ο ίδιος φταίει, κυρίως διότι δεν διάβαζε. Δεν ανταποκρίνεται τόσο καλά στο σχολείο όσο θα το επέτρεπαν οι ικανότητές του και λόγω των μαθησιακών του δυσκολιών έχει εγγραφεί στο τμήμα ένταξης του 8ου Δημοτικού Σχολείου Κηφισιάς τις δυο τελευταίες χρονιές. Παρακολουθεί ψυχοθεραπευτικές συνεδρίες στο Ψυχοπαιδαγωγικό Κέντρο «……..» Κηφισιάς, όπου σταδιακά άρχισε να διαχειρίζεται το θυμό του και να εξωτερικεύει κάποιες από τις δυσκολίες του, ενώ παράλληλα γίνεται συμβουλευτική γονέων τόσο

με τη μητέρα όσο και με τον πατέρα σε ξεχωριστούς χρόνους (βλ. την υπ’ αρ. πρωτ. 033/8-11-2016 ψυχολογική εκτίμηση του Κοινωνικού λειτουργού……………). Αμφότεροι οι διάδικοι επιδίδονται στη διατύπωση μομφών σε βάρος του άλλου, που σχετίζονται με τα καθήκοντά τους ως γονέων και με το ενδιαφέρον τους για την ορθή ανατροφή του ανήλικου τέκνου τους. Από την αποδεικτική διαδικασία προέκυψε το ιδιαίτερο ενδιαφέρον και των δυο γονέων για το ανήλικο τέκνο τους, και ότι και οι δυο είναι κατάλληλοι για την ανάθεση της επιμέλειας του προσώπου του ανηλίκου τέκνου τους. Ειδικότερα η μητέρα καταβάλλει προσπάθεια ώστε να μεγαλώνει ο ανήλικος σ’ ένα υγιές, ζεστό και ισορροπημένο οικογενειακό περιβάλλον, έχει μάλιστα προσλάβει τη φιλόλογο………………., η οποία βοηθά το ανήλικο τέκνο στην ανάγνωση και στα μαθήματα. Αλλά και ο πατέρας επιδεικνύει ανάλογο ενδιαφέρον για την ανατροφή του τέκνου, το γεγονός δε ότι ο τελευταίος δεν διεκδίκησε την επιμέλεια του ανήλικου τέκνου του, κατά τη σύναψη του από

16-10-2013 ιδιωτικού συμφωνητικού, έχοντας την πεποίθηση ότι έπρεπε αυτό να διαμένει με τη μητέρα του λόγω του νεαρού της ηλικίας του, δεχόμενος την επιμέλεια από πλευράς της μητέρας του, καταδεικνύει ωριμότητα αλλά και τη σοβαρότητα της πρόθεσής του να ασκήσει το λειτούργημά του με υπευθυνότητα. Το κύριο όμως κριτήριο στο σχηματισμό της κρίσιμης δικανικής πεποίθησης αποτέλεσε η επικοινωνία του Δικαστή του Δικαστηρίου τούτου με τον ανήλικο ………, τον οποίο κρατούσαν από το χέρι και τον έφεραν και οι δυο γονείς, που έλαβε χώρα την 22-11-2016. Πρόκειται για ανήλικο με επιμελή εξωτερική εμφάνιση, το οποίο ήταν σε θέση να παράσχει απαντήσεις χωρίς δισταγμό ή επιφύλαξη, ένδειξη της συγκρότησής και ωριμότητάς του. Έδειξε πολύ στενό ψυχικό δεσμό με τον πατέρα του και απολαμβάνει την επαφή και την επικοινωνία μαζί του, οι σχέσεις του με τον οποίο αποτελεί σημαντικό στοιχείο για τον ίδιο αλλά παράλληλα και αγάπη και εκτίμηση για τη μητέρα του. Χαρακτηριστική ήταν η δήλωσή του ότι δεν φταίει που οι γονείς του χώρισαν και ότι θα προτιμούσε να ήταν και πάλι μαζί. Κατέληξε ότι προτιμότερη λύση είναι να διαμένει και με τους δυο του γονείς, εναλλάξ ένα μήνα με τον πατέρα του και ένα μήνα με τη μητέρα του. Σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου αν είχε εκφράσει αυτή την προτίμησή του στους γονείς του, απάντησε αρνητικά, συμπληρώνοντας ότι περίμενε ότι κάποτε θα τον καλούσε κάποιος δικαστής για να εκφράσει τη γνώμη του. Σε άλλη ερώτηση σχετική με τον εάν η εναλλασσόμενη κατοικία θα διατάρασσε τη σταθερότητα του περιβάλλοντος του, δήλωσε κατά τρόπο ρητό ότι δεν θα τον επηρεάσει καθόλου, γιατί οι κατοικίες των γονέων του καθώς και το σχολείο του είναι σε κοντινή απόσταση με το αυτοκίνητο. Ενόψει της θέλησης του ανηλίκου τέκνου των διαδίκων, την οποία οφείλει το Δικαστήριο τούτο να σεβαστεί και να λάβει υπόψη του, συνεκτιμώμενου του βαθμού ωριμότητας και συγκρότησης του σε συνδυασμό με την καταλληλότητα και των δυο γονέων και τη θέληση να ενασχοληθούν συστηματικά με τον υιό τους, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι δεν διαθέτουν άλλον κατιόντα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η χρονική κατανομή της γονικής μέριμνας είναι η πιο ενδεδειγμένη λύση. Η χρονική ήτοι εναλλασσόμενη άσκηση κατανομή της επιμέλειας εξασφαλίζει τη συμμετοχή και των δυο γονέων στην ανατροφή του παιδιού και ενισχύει τους δεσμούς του ανηλίκου με αμφότερους τους γονείς του, περιορίζοντας έτσι τις αναπόφευκτα δυσμενείς επιπτώσεις που προκαλεί το διαζύγιο στην ψυχολογία και την εν γένει προσωπικότητά του. Επίσης με την παραλλήλως προσδοκώμενη επίδειξη εκ μέρους των διαδίκων της αυξημένης υπευθυνότητας και ευαισθητοποίησης, πιστεύεται ότι θα αποκατασταθεί το απαραίτητο κλίμα γαλήνης, ηρεμίας, σταθερότητας και ασφάλειας, που είναι αναγκαίο για την απρόσκοπτη εξέλιξη της συνολικής διαδικασίας ολοκληρώσεως της προσωπικότητας του ανηλίκου. Οι ως άνω διάδικοι αναλαμβάνουν αποκλειστικά και τα έξοδα της διατροφής για το χρονικό

διάστημα που τους ανατίθεται η αποκλειστική επιμέλεια του τέκνου, ήτοι ο πατέρας κατά τους μήνες που λήγουν σε ζυγό αριθμό και η μητέρα κατά τους μήνες που λήγουν σε μονό αριθμό.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η από 15-4-2015 αγωγή της ενάγουσας πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως βάσιμη και κατ’ ουσίαν, και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να της καταβάλλει μέσα στις πρώτες πέντε (5) ημέρες κάθε μήνα στην ενάγουσα, υπό την ιδιότητα της ως ασκούσας, μέχρι την τελεσιδικία της παρούσας απόφασης, την επιμέλεια του ανηλίκου τέκνου και για λογαριασμό του, ως μηνιαία διατροφή σε χρήμα, το ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ, για χρονικό διάστημα από την επίδοση της εν λόγω αγωγής και μέχρι την τελεσιδικία της παρούσας απόφασης και όχι πέραν της διετίας από την επίδοση της ως άνω αγωγής, με το νόμιμο τόκο από την καθυστέρηση κάθε μηνιαίας δόσης και μέχρι την εξόφληση, και να κηρυχθεί η απόφαση προσωρινά εκτελεστή (άρθρ. 910 αριθ. 4 ΚΠολΔ), η δε από 10-10-2016 αγωγή του ενάγοντος πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή ως κατ’ ουσίαν βάσιμη και να κατανείμει χρονικά την άσκηση της επιμέλειας μεταξύ των γονέων, ρυθμίζοντας αυτεπαγγέλτως και το δικαίωμα επικοινωνίας του γονέα κατά το χρονικό διάστημα που δεν διαμένει με το τέκνο, ενώ η ασκηθείσα με τις από 11-11-2016 έγγραφες προτάσεις του αντενάγοντος ανταγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη και να συμψηφισθεί η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων, εφόσον πρόκειται για διαφορά μεταξύ συζύγων (άρθρο 179 Κ.Πολ.Δ.).

 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 

 

ΚΑΤΑΝΕΜΕΙ χρονικά την άσκηση της επιμέλειας μεταξύ των γονέων, και συγκεκριμένα κατά τους μήνες που λήγουν σε ζυγό αριθμό θα ασκεί την αποκλειστική επιμέλεια ο πατέρας και κατά τους μήνες που λήγουν σε μονό αριθμό η μητέρα. Κατά το χρονικό διάστημα που θα διαμένει με τον πατέρα στην οικία του τελευταίου στην ……….Αττικής, ήτοι τους μήνες που λήγουν σε ζυγό αριθμό, η μητέρα έχει το δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο της: α) Κάθε Τρίτη από ώρα 17.30 έως ώρα 21.00 και β) Κάθε δεύτερο Παρασκευοσαββατοκύριακο, από ώρα 18.00 της Παρασκευής έως ώρα 20.00 της Κυριακής. Κατά το χρονικό διάστημα που θα διαμένει με τη μητέρα του στην οικία της τελευταίας στη …….Αττικής, ήτοι τους μήνες που λήγουν σε μονό αριθμό, ο πατέρας έχει το δικαίωμα επικοινωνίας με το ανήλικο τέκνο του: α) Κάθε Πέμπτη από ώρα 17.30 έως ώρα 21.00 και β) Κάθε δεύτερο Παρασκευοσαββατοκύριακο, από ώρα 18.00 της Παρασκευής έως ώρα 20.00 της Κυριακής. Σημειώνεται επίσης ότι α) κατά την ονομαστική εορτή και τα γενέθλια του τέκνου των διαδίκων θα δύναται να τα επισκέπτεται και ο γονέας, με τον οποίο δεν διαμένει τη συγκεκριμένη ημέρα και να συμμετέχει σε ενδεχόμενη εορταστική εκδήλωση και β) κάθε διάδικος, με τον οποίο δεν διαμένει το τέκνο κάποια συγκεκριμένη ημέρα, θα δικαιούται να επικοινωνεί για λίγα λεπτά μαζί του τηλεφωνικά κατά το χρονικό διάστημα από 19.00 έως 20.00 της ημέρας εκείνης.

ΔΙΑΖΥΓΙΟ ΚΑΙ ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΕΚΝΩΝ

Με την με αρ. 381/2013 απόφασή του το Μονομελές Πρωτοδικείο Χανίων έκρινε ότι:

Σύμφωνα με το άρθρο 1441 ΑΚ, όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 3 παρ. 2 Ν. 4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2 Απριλίου 2012 (άρθρο 113 Ν. 4055/2012): «Οι σύζυγοι μπορούν με έγγραφη συμφωνία να λύσουν το γάμο τους, εφόσον έχει διαρκέσει τουλάχιστον έξι μήνες πριν από την κατάρτιση της. Η συμφωνία αυτή υπογράφεται από τα συμβαλλόμενα μέρη και από τους πληρεξουσίους δικηγόρους τους ή μόνον από τους τελευταίους, εφόσον είναι εφοδιασμένοι με ειδικό πληρεξούσιο, το οποίο πρέπει να έχει δοθεί μέσα στον τελευταίο μήνα πριν από την υπογραφή του συμφωνητικού. Αν υπάρχουν ανήλικα τέκνα, για να λυθεί ο γάμος πρέπει η ανωτέρω συμφωνία να συνοδεύεται με άλλη έγγραφη συμφωνία των συζύγων που να ρυθμίζει την επιμέλεια των τέκνων και την επικοινωνία με αυτά, η οποία ισχύει ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για το θέμα αυτό σύμφωνα με το άρθρο 1513.

Η κατά τα ανωτέρω έγγραφη συμφωνία, καθώς και το έγγραφο συμφωνητικό που αφορά την επιμέλεια και την επικοινωνία των ανήλικων τέκνων ή τη διατροφή αυτών, εφόσον έχει συμφωνηθεί, υποβάλλονται μαζί με τα ειδικά πληρεξούσια, όταν απαιτείται, στο αρμόδιο μονομελές πρωτοδικείο, το οποίο με απόφασή του, που εκδίδεται κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας επικυρώνει τις συμφωνίες και κηρύσσει τη λύση του γάμου, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις. Η απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου που αφορά την επιμέλεια, επικοινωνία και διατροφή των ανήλικων τέκνων αποτελεί εκτελεστό τίτλο».

Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι για την έκδοση συναινετικού διαζυγίου, αν υπάρχουν κατά την διάρκεια του γάμου ανήλικα τέκνα, πρέπει να προσκομίζεται στο Δικαστήριο, μαζί με την αίτηση, έγγραφη συμφωνία των συζύγων που να ρυθμίζει την επιμέλεια των τέκνων και την επικοινωνία με αυτά. Η συμφωνία επικυρώνεται από το δικαστήριο και ισχύει ώσπου να εκδοθεί απόφαση για το θέμα αυτό, σύμφωνα με το άρθρο 1513 ΑΚ.

Η συμφωνία αυτή είναι εντελώς διαφορετική από την σύμβαση για την λύση του γάμου και πρέπει να είναι μεταγενέστερη από την τελευταία, αφού η τελευταία αποτελεί προϋπόθεση της πρώτης, αποτελεί δε (η συμφωνία αυτή) ουσιαστική προϋπόθεση τουσυναινετικού διαζυγίου όχι όμως του παραδεκτού αυτού (βλ. Κουμάντος: ΟικογΔ, σελ. 295, Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη: ΟικογΔ, Β, σελ. 476) και είναι ιδιόρρυθμη σύμβαση, που η ισχύς της εξαρτάται από την επικύρωση της με την απόφαση που λύνει το γάμο (βλ. Σοφιαλίδη-Κορνηλάκη: ΟικογΔ, σελ. 852), έως την έκδοση της οποίας δεν παράγει αποτελέσματα.

Ο νόμος, όπως προκύπτει από τις διατάξεις της ΑΚ 1441, αρκείται στην προσκόμιση στο Δικαστήριο της έγγραφης αυτής ιδιόρρυθμης συμφωνίας των συζύγων για την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους και τον τρόπο επικοινωνίας τους με αυτά, χωρίς να εξαρτά τη συναινετική λύση του γάμου από την νομιμότητα και την εγκυρότητα των όρων της, οι οποίοι δεν αποτελούν λόγο ανατροπής της απόφασης που ανήγγειλε τη λύση του γάμου. Απλώς και μόνο κατά το στάδιο αυτό το Δικαστήριο την επικυρώνει, υπό την έννοια ότι βεβαιώνει την ύπαρξη της, χωρίς να είναι ανάγκη να αναφέρει στην απαγγέλουσα το διαζύγιο απόφαση του και το περιεχόμενο της έγγραφης αυτής συμφωνίας (βλ. σχετ. ΕφΑθ 6380/2011 ΕλλΔνη 2012.166, ΕφΑθ 255/1993 ΕλλΔνη 35. 439, ΕφΑθ 3628/1991 ΝοΒ 39. 932, ΑΠ 889/1988 ΕλλΔνη 30. 1327, Βασ. Βαθρακοκοίλη, ΕΡΝΟΜΑΚ, υπό άρθρο 1441 ΑΚ σελ. 502 παρ. 12 επομ.). Η ρύθμιση με τη συμφωνία κι άλλων συνεπειών (π.χ. για διατροφή των συζύγων, για τη ρύθμιση της χρήσης της οικογενειακής στέγης, την κατανομή των κοινών κινητών) που δεν προβλέπονται από το νόμο, δεν μπορεί να επικυρωθεί από το Δικαστήριο, ακόμη κι αν συμπεριλαμβάνεται στη συμφωνία για τη διατροφή και επιμέλεια των τέκνων και αυτό προκύπτει από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης. Αν ο νομοθέτης επιθυμούσε να επικυρώνονται από το Δικαστήριο και άλλες συμφωνίες που αφορούν στις προσωπικές ή περιουσιακές σχέσεις των συζύγων μεταξύ τους, θα το όριζε ρητά στο Νόμο.

Οι αιτούντες σύζυγοι, κάτοικοι Χανίων, ζητούν με την κοινή αίτησή τους να λυθεί με συναινετικό διαζύγιο ο μεταξύ τους γάμος και να επικυρωθεί από το Δικαστήριο το περιεχόμενο του από 3-1- 2013 ιδιωτικού συμφωνητικού τους με το οποίο ρυθμίζονται οι μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις και η χρήση της οικογενειακής τους στέγης, προκειμένου να αποτελέσει τίτλο εκτελεστό. Η αίτηση αρμόδια και παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί στο Δικαστήριο αυτό, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρα 22 και 739 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 14 περ.β΄, 16 και 1441 ΑΚ, όπως το τελευταίο άρθρο ισχύει μετά το Ν. 4055/2012, πλην του αιτήματος να επικυρωθεί από το παρόν Δικαστήριο το περιεχόμενο της από 3-1-2013 ιδιωτικής τους συμφωνίας, η οποία ρυθμίζει τις μεταξύ τους οικονομικές σχέσεις, το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη της παρούσας, καθώς το Δικαστήριο επικυρώνει μόνο όσες συμφωνίες αναφέρονται στην επιμέλεια και επικοινωνία τυχόν ανήλικων τέκνων.

ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΚΑ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΑ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΔΙΑΖΥΓΙΟ

 Σε μία ενδιαφέρουσα απόφαση σχετικά με τα δικαιώματα των συζύγων στην περιουσία που αποκτήθηκε κατά τη διάρκεια του γάμου, το Εφετείο Θεσσαλονίκης δέχθηκε τα εξής:

Η ………….. άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών κατά του ………….. την αριθμ. έκθ. κατάθεσης 3632/269/1-12-2009 αγωγή. Με την αγωγή αυτή ισχυριζόταν ότι με τον εναγόμενο τέλεσαν νόμιμο γάμο στις 16-5-1993· ότι από τις αρχές Απριλίου 2005 διακόπηκε οριστικά η έγγαμη συμβίωσή τους και έκτοτε βρίσκονται σε συνεχή διάσταση η δε τριετής διάσταση συμπληρώθηκε στις αρχές Απριλίου 2008· ότι κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου τους ο εναγόμενος ήταν κύριος της αναφερόμενης στην αγωγή ακίνητης περιουσίας αξίας αναγόμενης σε τιμές του χρόνου άσκησης της αγωγής σε 59.578 ευρώ· ότι κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, η περιουσία του εναγομένου αυξήθηκε κατά 346.550 ευρώ, καθόσον αυτός απέκτησε κατά κυριότητα τα παρακάτω περιουσιακά στοιχεία, όπως η αξία καθενός κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής αναλυτικά προσδιορίζεται στο δικόγραφο·

 

Επί της αγωγής αυτής, συζητήσεως γενομένης αντιμολία των διαδίκων εκδόθηκε η αριθμ. 87/31- 5-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών με την οποία έγινε δεκτή εν μέρει η αγωγή, αναγνωρίσθηκε ότι η συμβολή της ενάγουσας στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου ανέρχεται σε ποσοστό 1/3 και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα 97.356,33 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Κατά της αποφάσεως αυτής και οι δύο διάδικοι άσκησαν εφέσεις. Ειδικότερα, ο εναγόμενος άσκησε την αριθμ. έκθ. κατάθεσης 107/2011 έφεση με την οποία για τους εκτιθέμενους παρακάτω λόγους ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμενη απόφαση και να απορριφθεί η αγωγή, και η ενάγουσα άσκησε την αριθμ. έκθ. κατάθεσης 108/2011 έφεση με την οποία παραπονούμενη για τους στη συνέχεια εκτιθέμενους λόγους ζητεί να εξαφανισθεί η εκκαλουμενη απόφαση και να γίνει δεκτή η αγωγή στο σύνολό της κατά την κύρια βάση της.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ: “Αν ο γάμος λυθεί ή ακυρωθεί και η περιουσία του ενός συζύγου έχει, αφότου τελέσθηκε ο γάμος, αυξηθεί, ο άλλος σύζυγος, εφόσον συνέβαλε με οποιονδήποτε τρόπο στην αύξηση αυτή, δικαιούται να απαιτήσει την απόδοση του μέρους της αύξησης, το οποίο προέρχεται από τη δική του συμβολή. Τεκμαίρεται ότι η συμβολή αυτή ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης, εκτός αν αποδειχθεί μεγαλύτερη ή μικρότερη ή καμία συμβολή”. Από τη διάταξη αυτή, λαμβανόμενη σε συνδυασμό με το άρθρο 216 του Κ.Πολ.Δ., συνάγεται ότι στοιχεία για το ορισμένο της εκ της άνω διατάξεως αγωγής είναι 1) η λύση ή ακύρωση του γάμου ή κατ` ανάλογη εφαρμογή, η συμπλήρωση τριετούς διαστάσεως των συζύγων, 2) η αύξηση της περιουσίας του ενός των συζύγων κατά τη διάρκεια του γάμου και 3) η συμβολή του άλλου συζύγου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Συνεπώς, για το ορισμένο της αγωγής αυτής, πρέπει να προσδιορίζονται στο δικόγραφο της, εκτός από τα, κατά τη διάταξη, κρίσιμα χρονικά σημεία, η πραγματική αυξητική διαφορά στην περιουσιακή κατάσταση του υπόχρεου, που συνιστά το απόκτημα με την ευρύτερη έννοια του όρου (θετική ή αρνητική με την αποφυγή μειώσεως) και περιλαμβάνει το σύνολο των δικαιωμάτων που είναι δυνατόν να αποτιμηθούν, περαιτέρω δε η έκταση και το είδος της συμβολής του δικαιούχου στην αύξηση αυτή με οποιοδήποτε τρόπο. Ειδικότερα, για το στοιχείο της αυξήσεως λαμβάνεται υπόψη το σύνολο της περιουσιακής καταστάσεως του υπόχρεου, ώστε, απο τη σύγκριση της περιουσιακής καταστάσεως στο χρονικό σημείο της τελέσεως του γάμου (αρχική περιουσία) με την υπάρχουσα στο χρονικό σημείο που γεννάται η αξίωση (τελική περιουσία), πρέπει να προκύπτει αύξηση. Η τελευταία δεν αποκλείεται να αρχίζει με την αγωγή από μία ή περισσότερες μεν αλλά συγκεκριμένες κτήσεις του υπόχρεου, οπότε η συμβολή του ενάγοντος υπολογίζεται με βάση την τελική αξία τούτων. Η τυχόν ύπαρξη αρχικής περιουσίας ή στοιχείων που τη διαφοροποιούν όπως χρεών και παθητικού αποτελεί βάση ένστασης, που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο. Περαιτέρω, ο χρόνος λύσεως ή ακυρώσεως του γάμου ή συμπληρώσεως τριετίας από τη συζυγική διάσταση είναι κρίσιμος για την εξεύρεση της εν λόγω τελικής περιουσίας, υπό την έννοια του καθορισμού των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν [βλ. τις υποστηριζόμενες στη νομολογία και θεωρία απόψεις ως προς το θέμα του χρόνου υπολογισμού της τελικής περιουσίας Ε. Κουνουγέρη-Μανωλεδάκη Οικογενειακό Δίκαιο τεύχ. Ιβ, γ έκδ. σελ.. 250 επ.]. Για την περαιτέρω, όμως, αναγωγή σε χρήμα των περιουσιακών αυτών στοιχείων, για την εξεύρεση δηλαδή της αξίας τους σε χρήμα, κρίσιμος είναι ο χρόνος της παροχής έννομης προστασίας, ήτοι ο χρόνος της ασκήσεως της αγωγής (ΑΠ 287/2011 δημοσ. ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 209/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1912/2009 ΕλλΔνη 2011.82).

Στην ένδικη περίπτωση, από το περιεχόμενο της αγωγής που εκτέθηκε με λεπτομέρεια κατά τα κρίσιμα για την αξιολόγησή της στοιχεία στην αρχή, προκύπτει ότι σ` αυτή αναφέρονται όλα τα απαραίτητα για τη θεμελίωση του δικαιώματος της ενάγουσας περιστατικά. Ειδικότερα, αναφέρεται στην αγωγή ο χρόνος τέλεσης του γάμου των διαδίκων, ο χρόνος έναρξης και συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, η περιουσιακή κατάσταση του εναγομένου κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν από αυτόν κατά τη διάρκεια του γάμου μέχρι τη συμπλήρωση της τριετίας, η αξία καθενός κατά την άσκηση της αγωγής [και ως εκ περισσού και η αξία κατά το χρόνο απόκτησης που αποτελεί ενδεικτικό στοιχείο για τη διαμόρφωση της τελικής αξίας], και το είδος και η έκταση της συμβολής της ενάγουσας αναλυτικά στην απόκτηση των περιουσιακών αυτών στοιχείων. Για το ορισμένο της αγωγής δεν απαιτείται να εκτίθεται στην αγωγή η ύπαρξη ή μη παθητικού τόσο στην αρχική όσο και στην τελική περιουσία του εναγομένου. Το στοιχείο αυτό καθώς και οποιοδήποτε άλλο στοιχείο που επηρεάζει και διαφοροποιεί την αύξηση της περιουσίας του εναγομένου, σύμφωνα μ` όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη παραπάνω, αποτελεί τη βάση ένστασης που προβάλλεται και αποδεικνύεται από τον εναγόμενο και δεν απαιτείται να αναγράφεται στην αγωγή. Κατ` ακολουθία, η αγωγή είναι πλήρως ορισμένη αφού περιέχει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. σε συνδυασμό μ` αυτή του άρθρου 1400 Α.Κ., όπως εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε ορισμένη την αγωγή, ορθά τις αναφερόμενες παραπάνω διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης του εναγομένου με τον οποίο αυτός υποστηρίζει ότι η αγωγή είναι απορριπτέα γιατί δεν διαλαμβάνεται σ` αυτή η ύπαρξη ή μη παθητικού τόσο στην αρχική όσο και στην τελική περιουσία του.

Περαιτέρω, στην ένδικη αγωγή εκτίθενται και περιλαμβάνονται ως αποκτήματα κατά τη διάρκεια του γάμου και τα υπό στοιχ. θ`, ια` και ιβ` περιγραφόμενα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, πάντοτε κατά τα εκτιθέμενα στο δικόγραφο, αποκτήθηκαν από τον εναγόμενο στις 25-8-2008, στις 26-11- 2008 και 9-4-2009, αντιστοίχως, ήτοι αποκτήθηκαν μετά τη συμπλήρωση της τριετίας που σύμφωνα με την αγωγή επήλθε στις αρχές του Απριλίου του 2008. Σύμφωνα όμως μ` όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη στην αρχή της παρούσας παραγράφου, κρίσιμο σημείο για την εξεύρεση της τελικής περιουσίας του εναγομένου υπό την έννοια του καθορισμού κατά το χρόνο αυτό των περιουσιακών στοιχείων που την αποτελούν, είναι ο χρόνος συμπλήρωσης της τριετούς διάστασης, χωρίς να υπολογίζονται στην περιουσία του εναγομένου περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν μετά. Κατ` ακολουθία, τα προαναφερόμενα περιουσιακά αντικείμενα με στοιχ. θ`, ια` και ιβ` δεν είναι κατά νόμο υπολογιστέα στην τελική περιουσία του εναγομένου. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφαση έκρινε μη νόμιμη την αγωγή κατά το μέρος που ζητείτο ο υπολογισμός αυτών στην τελική περιουσία του εναγομένου, ορθά τις αναφερόμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος ο σχετικός λόγος έφεσης της ενάγουσας με τον οποίο αυτή υποστηρίζει τα αντίθετα.

Η κατά το άρθρο 1400 ΑΚ αξίωση του συζύγου για συμμετοχή στα αποκτήματα του άλλου είναι ενοχική και προσωποπαγής, γεννάται δε από τη στιγμή που θα λυθεί ή θα ακυρωθεί αμετακλήτως ο γάμος ή που θα συμπληρωθεί τριετία στη διάσταση των συζύγων (ΑΠ 1387/99, 87/1998). Εξάλλου, όπως συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 178, 871, 1400 και 1441 ΑΚ, η διάταξη του άρθρου 1400 ΑΚ έχει το χαρακτήρα κανόνα αναγκαστικού δικαίου και συνεπώς παραίτηση του δικαιούχου ή σύναψη αντιθέτων συμφωνιών εκ των προτέρων, πριν δηλαδή γεννηθεί η σχετική αξίωση απαγορεύεται και είναι άκυρη. Κατ` εξαίρεση είναι ισχυρή η αντίθετη προς τον κανόνα του άρθρου 1400 ΑΚ συμφωνία πριν από τη γέννηση της αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, όταν αυτή περιεχόμενο έχει ένα γενικότερο διακανονισμό των περιουσιακών σχέσεων των συζύγων ενόψει συναινετικού διαζυγίου (αρθρ. 1441 ΑΚ) , οπότε τελεί υπό την αναβλητική αίρεση της εκ του λόγου τούτου διαζυγίου λύσης του γάμου. Πράγματι, αφού μόνη η κοινή συναίνεση σε διαζύγιο συνιστά αυτοτελή και δεσμευτικό για το δικαστή λόγο διαζυγίου, πολύ περισσότερο θα είναι ισχυρή και η υπό αίρεση ρύθμιση στο στάδιο αυτό της ενοχικής αξιώσεως για τα αποκτήματα, ακόμη και δια παραιτήσεως, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι γενικοί όροι ακυρότητας της δηλώσεως βουλήσεως, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 178 και 179 ΑΚ (ΑΠ 668/2001). Η ρυθμιστική αυτή για τα αποκτήματα συμφωνία, εφόσον δεν πληρωθεί η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελεί, δηλαδή της λύσεως του γάμου με συναινετικό διαζύγιο δεν επιφέρει αποτελέσματα και δεν μπορεί ως εκ τούτου να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση (Α.Π. 336/2010 δημ. ΝΟΜΟΣ, Α.Π. 1872/2009 Χρ.ΙΔ. 2010.622, Α.Π. 19/2004 ΕλλΔνη 2006.1355).

Στην ένδικη υπόθεση, από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου εξετασθέντων μαρτύρων, οι οποίες περιέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, των εγγράφων που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, και της αριθμ. …/22-12-2010 ένορκης βεβαίωσης ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σερρών που δόθηκε μετά από νομότυπη και εμπρόθεσμη κλήτευση του αντιδίκου εναγομένου [βλ. αριθμ. 10120 Γ`/16-12-2010 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Σερρών Δημητρίου Κουτρουμανίδη], αποδεικνύονται τα εξής: Η ενάγουσα …………….. που γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το έτος 1970, και ο ……………που γεννήθηκε στις Σέρρες το έτος 1966, τέλεσαν στις Σέρρες, στις 16-5-1993 νόμιμο γάμο κατά το τυπικό της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οι διάδικοι μετά το γάμο τους εγκαταστάθηκαν σε μισθωμένο διαμέρισμα στην πόλη των Σερρών και περί το τέλος του έτους 2002, εγκαταστάθηκαν σε μονώροφη οικία επικαρπίας του εναγομένου που αποτέλεσε έκτοτε τη συζυγική οικία. Από το γάμο τους αυτό οι διάδικοι απέκτησαν δύο τέκνα, την …………….. και τον …………….. που γεννήθηκαν στις 8-7-1994 και 26-6-1996, αντίστοιχα. Η έγγαμη συμβίωση των διαδίκων οι οποίοι δεν επέλεξαν το σύστημα της κοινοκτημοσύνης, δεν εξελέχθηκε ομαλά και αρχές Απριλίου του έτους 2005, επήλθε η οριστική διάσπασή της. Εκτοτε, οι διάδικοι τελούν σε διάσταση η δε τριετία αυτής συμπληρώθηκε αρχές Απριλίου 2008. Με την αριθμ. 126/2007 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σερρών ανατέθηκε η επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων των διαδίκων στην ενάγουσα μητέρα με την οποία διέμεναν μέχρι τότε και υποχρεώθηκε ο εναγόμενος να της καταβάλλει μηνιαίως για λογαριασμό αυτών 300 ευρώ για διατροφή της …………….. και 250 ευρώ για διατροφή του …………….., αναπροσαρμοζόμενα τα ποσά αυτά κατά τα αναφερόμενα στην απόφαση. Ο εναγόμενος κατά το χρόνο τέλεσης του γάμου, ήταν κύριος μιας αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας μελλοντικού κτίσματος που προβλεπόταν να έχει εμβαδόν 294 τ. μ. και όγκο 1000 κ. μ., και του υπ` αυτού αγρού – κληροτεμαχίου με αριθμό ….. εμβαδού 3.972,5 τ.μ. που βρίσκεται στη θέση «ΔΡΟΜΟΣ ΝΙΓΡΙΤΑΣ» του αγροκτήματος Σερρών, με ποσοστό συγκυριότητας επ` αυτού 50%. Η αξία του περιουσιακού αυτού στοιχείου κατά το χρόνο άσκησης της κρινόμενης αγωγής ανέρχονταν σε 59.587,50 ευρώ. Ο εναγόμενος κατά τη διάρκεια του γάμου τους και έως το κρίσιμο χρονικό σημείο της συμπλήρωσης τριών ετών από την έναρξη της διάστασης, ήτοι έως τις αρχές του έτους 2008, απέκτησε τα παρακάτω αναφερόμενα ακίνητα και κινητά τα οποία είχαν την ακόλουθη σημειούμενη για καθένα αξία κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής [11-12-2009].

……..

Η απόκτηση της περιουσίας αυτής εκ μέρους του εναγομένου έγινε με το εισόδημα της ατομικής του επιχείρησης και με τη συνεισφορά της ενάγουσας, όπως αναλυτικά εκτίθεται στη συνέχεια. Συγκεκριμένα, ο εναγόμενος εργαζόταν όπως και πριν από το γάμο τους ως έμπορος οπωροκηπευτικών τα οποία μεταπωλούσε χονδρικώς και σε λαϊκές αγορές. Παράλληλα, αυτός καλλιεργούσε χωράφια για οπωροφόρα δένδρα, την παραγωγή των οποίων συνέλεγε και πωλούσε είτε χονδρικώς είτε σε διάφορες λαϊκές αγορές. Στις εργασίες του αυτές βοηθείτο κατά κύριο λόγο από τον γεννηθέντα το έτος 1933 πατέρα του ο οποίος ασκούσε παλαιότερα το ίδιο επάγγελμα, κοντά στον οποίο μαθήτευσε ο εναγόμενος από μικρή ηλικία. Ο ίδιος γνώριζε καλά το αντικείμενο των εργασιών του, δούλευε σκληρά πολλές ώρες καθημερινά και κατάφερε να εξελιχθεί επαγγελματικά και η επιχείρηση να του απόφερει κέρδη. Τα μηνιαία εισοδήματα του εναγομένου από τις δραστηριότητές του αυτές ανέρχονταν το έτος 1993 σε 150.000 δραχμές αυξανόμενα ετησίως κατά ποσοστό 8% τουλάχιστον. Κατά το έτος 1997 τα μηνιαία εισοδήματά του από την επαγγελματική του δραστηριότητα ανήλθαν σε 250.000 δραχμές και έκτοτε αυξάνονταν κατά ποσοστό 10% ετησίως, ενώ κατά το χρόνο διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης και εφεξής τα μηνιαία εισοδήματά του ανέρχονταν σε 2.500 ευρώ, περίπου. Αυτός επίσης, κάλυπτε το σύνολο σχεδόν των οικογενειακών δαπανών.

Η ενάγουσα που το έτος 1992 είχε τελειώσει τη σχολή κομμωτικής «……………..», μετά το γάμο τους και κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο του έτους 1993 έως και τον Ιούλιο του ιδίου έτους, εργαζόταν ως κομμώτρια στο κομμωτήριο της …………….. και λάμβανε 60.000 δρχ. μηνιαίως. Από τον Αύγουστο του ιδίου έτους και εφεξής έως το έτος 1997 δεν εργαζόταν, αλλά εμφαίνονταν εικονικά ως εργαζόμενη στην επιχείρηση «………………» συμφερόντων του εναγομένου συζύγου της, προκειμένου να θεμελιώσει δικαίωμα ασφάλισης και σύνταξης από τον ασφαλιστικό οργανισμό του ΙΚΑ. Από το έτος 1997 και μετά η ενάγουσα άρχισε να βοηθά τον εναγόμενο σύζυγο της. Ειδικότερα, αυτή μετέβαινε μαζί του στις λαϊκές αγορές δύο φορές την εβδομάδα και βοηθούσε στην πώληση των προϊόντων του, χωρίς αμοιβή. Κατά τη διάρκεια της απουσίας της για την εργασία αυτή, οι διάδικοι τη φροντίδα των παιδιών τους την ανέθεταν επ` αμοιβή σε τρίτο πρόσωπο. Επίσης, η ενάγουσα από το έτος 1997 και μετά έως το τέλος του έτους 2003, εργαζόταν περιστασιακά ως κομμώτρια έχοντας διαμορφώσει υποτυπωδώς ένα χώρο της οικογενειακής στέγης όπου περιποιόταν τις πελάτισσές της, αλλά προσέφερε τις υπηρεσίες της κομμώτριας και εκτός αυτού στα σπίτια πελατών της. Η ίδια για ένα μικρό διάστημα εργάστηκε ως πλασιέ καλλυντικών. Τα εισοδήματα από τις περιστασιακές και όχι οργανωμένες δραστηριότητες δεν αποδεικνύονται. Η μάρτυρας αδελφή της που εξετάστηκε ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, παρά τη διαφαινόμενη προσπάθειά της να την εξυπηρετήσει δεν μπόρεσε να προσδιορίσει έστω και κατά προσέγγιση τον αριθμό των πελατών, την αμοιβή και τα λοιπά στοιχεία, ώστε να εξαχθεί το εισόδημα αυτής, παρά μόνον γενικά και αόριστα αναφέρει για τα εισοδήματα ότι ήταν «γύρω στα 90.000 – 100.000 δραχμές». Ούτε μπορεί το δικαστήριο να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για το ύψος των εισοδημάτων της ενάγουσας από την αναφερόμενη παραπάνω με αριθμό …/2010 ένορκη βεβαίωση που επικαλείται και προσκομίζει η ενάγουσα. Οι αναφερόμενοι σ` αυτή δύο μάρτυρες που καταθέτουν συγχρόνως [χοροδιακώς εν είδει «ντουέτου»] σε μία [κοινή] ένορκη βεβαίωση, δηλαδή κατά τρόπο που προξενεί εύλογα ερωτηματικά, ως προς το περιεχόμενο δε της κατάθεσης τους δεν προσδιορίζουν κανένα στοιχείο από το οποίο μπορεί να συναχθεί το ύψος των εισοδημάτων της και γενικότερα δημιουργούν πολλές αμφιβολίες για την αξιοπιστία τους, αφού ολόκληρα τμήματα της κατάθεσής τους αποτελούν αυτολεξεί επανάληψη του κειμένου της αγωγής [σελ. 14, 15, 16, 17 και 18 αυτής]. Εξάλλου, δεν προσκομίζονται έγγραφα από τα οποία να προκύπτουν έστω και εμμέσως τα εισοδήματα της ενάγουσας από την δραστηριότητά της ως κομμώτριας και πλασιέ καλλυντικών. Τα εισοδήματα της ενάγουσας από τις παραπάνω δραστηριότητές της δεν μπορούν να συναχθούν από τα με επίκληση προσκομιζόμενα από την τελευταία εκκαθαριστικά σημειώματα των οικονομικών ετών 2000-2006 [χρήσεις 1999-2005], διότι τα εισοδήματα στα σημειώματα αυτά στηρίζονται σε δηλώσεις της ίδιας και δεν έχουν ελεγχθεί ακόμα από την αρμόδια Δ.Ο.Υ. ως προς την ειλικρίνειά τους, για τα οποία το Δικαστήριο διατηρεί πλείστες αμφιβολίες αναφορικά με την ορθότητά τους, καθόσον σ` αυτά, όπως συνομολογείται από την ενάγουσα, δηλώνονται εισοδήματα από μισθωτές υπηρεσίες κατά τα παραπάνω έτη, ενώ η ίδια εκθέτει στην αγωγή της ότι δεν παρείχε επ` αμοιβή την εργασία της σε τρίτο εργοδότη, ενώ το κυριότερο τα εισοδήματά της από τις παραπάνω δραστηριότητες, τις οποίες με την αγωγή αναβιβάζει σε υψηλά ποσά, ουδόλως δηλώνονται. Αλλωστε, τα εισοδήματα από την εργασία της αυτή δεν ήταν σταθερά, ικανοποιητικά και αυξημένα, όπως η ίδια προσδιορίζει στην αγωγή της. Αν ήταν τόσο προσοδοφόρα, αυτή θα επεδίωκε να οργανώσει τις δραστηριότητες αυτές επαγγελματικά, δεν θα τις εγκατέλειπε για να πηγαίνει στις λαϊκές αγορές δύο φορές την εβδομάδα [και μάλιστα Σάββατο που έχουν ζήτηση οι υπηρεσίες της κομμώτριας] και δεν θα στρεφόταν σε αναζήτηση νέας επαγγελματικής δραστηριότητας.

Συγκεκριμένα, στις αρχές του έτους 2004 η ενάγουσα ξεκίνησε νέα επαγγελματική δραστηριότητα με συνέταιρο τη φίλη της …………….., ανοίγοντας κατάστημα λιανικής πώλησης ενδυμάτων και εσωρούχων, το αντιστοιχούν δε στην ίδια μέρος του κεφαλαίου για την έναρξη λειτουργίας του, ύψους 20.000 ευρώ, συνεισέφερε για λογαριασμό της ο εναγόμενος σύζυγός της. Η επιχείρηση αυτή επέφερε το έτος 2004 μειωμένα έσοδα, από τις αρχές όμως του έτους 2005 επέφερε στην ενάγουσα 2.500 ευρώ το μήνα, ποσό όμως που δεν διέθετε αυτή στο οικογενειακό εισόδημα, αλλά δαπανούσε για τις ανάγκες της επιχείρησης, η οποία τελικά έκλεισε μετά 5ετία. Περαιτέρω, η ενάγουσα καθόλη τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης φρόντιζε και περιποιόταν τον εναγόμενο και τα παιδιά τους ασχολούμενη καθημερινά με τις οικιακές εργασίες και την ανατροφή των κοινών τους τέκνων και διαχειρίζονταν με σύνεση τα έσοδα της οικογένειας. Κατά την ανέγερση της υπό στοιχ. δ` παραπάνω οικοδομής επικαρπίας του εναγομένου και ψιλής κυριότητας του υιού της, που αποτέλεσε τη συζυγική οικία, η ενάγουσα ασχολήθηκε η ίδια με την επιλογή των δομικών υλικών και τη διακόσμηση της ιδιόκτητης αυτής οικογενειακής οικίας. Αυτή περαιτέρω, ενθάρρυνε και παρείχε αμέριστη συμπαράσταση στο σύζυγο της, με αποτέλεσμα να δημιουργεί ασφάλεια στο συζυγικό οίκο, αλλά και το κατάλληλο κοινωνικό και ψυχολογικό κλίμα για την απρόσκοπτη ενασχόληση του εναγομένου με την εργασία του. Οι υπηρεσίες αυτές υπήρξαν σημαντικές και υπερέβαιναν το μέτρο της υποχρέωσής της για συμβολή στις οικογενειακές ανάγκες δεδομένου ότι ο εναγόμενος δεν συμμετείχε στη διαχείριση του κοινού οίκου και τη φροντίδα των παιδιών, πλην της κάλυψης των οικονομικών αναγκών της οικογενείας. Ετσι, η ενάγουσα συνέβαλε ποικιλοτρόπως στην προαναφερόμενη περιουσιακή επαύξηση του εναγομένου. Ειδικότερα, συνέβαλε με την παροχή της προσωπικής της εργασίας στο επάγγελμα του μικροπωλητή του εναγομένου στις λαϊκές αγορές, με τα εισοδήματά της από την επαγγελματική της δραστηριότητα και με τις υπηρεσίες που προσέφερε για τη λειτουργία της συζυγικής οικίας και για την ανατροφή των παιδιών τους. Η συμβολή της αυτή έγινε κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης, αλλά απέδωσε καρπούς και κατά τη διάρκεια της τριετούς διάστασης. Εφόσον δεν αποδείχθηκε το ύψος των εισοδημάτων της ενάγουσας, δεν αποδεικνύεται και η πραγματική της συμβολή στην επαύξηση της περιουσίας του εναγομένου, τεκμαίρεται όμως ότι η συμβολή αυτής [ενάγουσας] ανέρχεται στο 1/3 της αύξησης της περιουσίας του εναγομένου, ήτοι στο ποσό των 97.356,33 [= 292.069X1/3] ευρώ, καθόσον ο εναγόμενος δεν απέδειξε ότι η ενάγουσα είχε μικρότερη του τεκμηρίου ή καμμία συμβολή στην αύξηση της περιουσίας του.

Οι διάδικοι ενόψει της διάσπασης της έγγαμης συμβίωσης, με το από 30-3-2005 έγγραφο ιδιωτικό συμφωνητικό αποφάσισαν τη λύση του γάμου τους με συναινετικό διαζύγιο, ρύθμισαν την επιμέλεια των παιδιών τους και ως προς τα περιουσιακά στοιχεία αποφάσισαν τα εξής: «…3. Ως προς την κοινή μας περιουσία αποφασίσαμε πως ο πρώτος συμβαλλόμενος, …………….., θα κρατήσει στην απόλυτη κυριότητα νομή και κατοχή του: ένα Ι.Χ.Φ. αυτοκίνητο με αριθμό κυκλοφορίας ……… μάρκας MERCEDES, ένα σκάφος με αριθμό ………… τύπου ΜΑΡΙΝΚΟ μετά της μηχανής του, ένα ακίνητο στο δημοτικό διαμέρισμα Μητρουσι μετά της αποθήκης του, δύο αγροτεμάχια στην τοποθεσία «ΛΑΣΚΑΡΗ» του αγροκτήματος Σερρών, ένα τροχόσπιτο, και ένα ισόγειο κατάστημα με υπόγειο επί του …ου χιλιομέτρου Σερρών-Νιγρίτας. Συμφωνείται τέλος πως ο καθένας θα διατηρήσει την ατομική του επιχείρηση ήτοι ο πρώτος την άσκηση του επαγγέλματος του μικροπωλητή και η δεύτερη την επιχείρηση που λειτουργεί στο όνομά της με αντικείμενο εμπορία ρούχων και που στεγάζεται επί της οδού ……………..». Η συμφωνία αυτή των διαδίκων με την οποία ρυθμίστηκαν οι περιουσιακές σχέσεις των συζύγων πριν από τη λύση του γάμου τους και πριν από τη συμπλήρωση τριετούς διάστασης, πριν δηλαδή από τη γέννηση της ένδικης αξίωσης συμμετοχής στα αποκτήματα, τελούσε υπό την αναβλητική αίρεση της λύσης του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, γεγονός όμως που δεν έλαβε χώρα. Συνεπώς, σύμφωνα μ` όσα ειπώθηκαν στη μείζονα σκέψη της προηγούμενης παραγράφου, η ρυθμιστική αυτή συμφωνία των διαδίκων για τα αποκτήματα, εφόσον δεν πληρώθηκε η αναβλητική αίρεση υπό την οποία τελούσε, δηλ. η λύση του γάμου με συναινετικό διαζύγιο, δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα. Ετσι, η συμφωνία αυτή δεν αποτελεί παραίτηση της ενάγουσας από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα και ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεμελιώσει ανατρεπτική ένσταση του εναγομένου. Η δήλωση όμως του εναγομένου που περιλαμβάνεται στο έγγραφο αυτό συνιστά εξώδικη ομολογία του εναγομένου ότι τα αναφερόμενα σ` αυτό περιουσιακά στοιχεία που φέρονται στο όνομά του, είναι «κοινά» ήτοι ότι αποκτήθηκαν και με τη συμβολή της ενάγουσας, γεγονός που, πέραν των άλλων αποδεικτικών μέσων, συνηγορεί στην απόρριψη του ισχυρισμού του εναγομένου περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του. Κατ` ακολουθία, είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του εναγομένου με τον οποίο ζητεί την απόρριψη της αγωγής λόγω παραιτήσεως της ενάγουσας από την αξίωση συμμετοχής στα αποκτήματα.

Μετά τις σκέψεις αυτές, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή ως προς την κύρια βάση της, να γίνει δεκτή ως προς την επικουρική της βάση και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να καταβάλει στην ενάγουσα 97.356,33 ευρώ, νομιμότοκα από την επίδοση της αγωγής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που με την εκκαλούμενη απόφασή του έκρινε ομοίως και απέρριψε την αγωγή ως ουσία αβάσιμη κατά την κύρια βάση της και δέχθηκε αυτή ως ουσιαστικά βάσιμη κατά την επικουρική βάση υποχρεώνοντας τον εναγόμενο να καταβάλει στην ενάγουσα το παραπάνω ποσό, ενώ απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτού περί μηδενικής συμβολής της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του και περί παραιτήσεως της ενάγουσας από την ένδικη αξίωση, ορθά τις αναφερόμενες στις μείζονες σκέψεις διατάξεις ερμήνευσε και εφάρμοσε και ορθά τις αποδείξεις εκτίμησε. Συνεπώς, πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοι όλοι οι λόγοι και των δύο εφέσεων, με τους οποίους οι διάδικοι υποστηρίζουν τα αντίθετα. Τέλος, πρέπει τα δικαστικά έξοδα του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων λόγω της σχέσης τους ως συζύγων [άρθρ. 179 και 183 Κ.Πολ.Δ.].